Οι αγροτικές κινητοποιήσεις που επανέρχονται ξανά και ξανά στον δημόσιο χώρο δεν είναι συγκυριακές. Είναι το σύμπτωμα μιας μακράς παρακμής, είναι μια κύρια εμφάνισης της ήττας της πολιτικής περιόδου της μεταπολίτευσης. Είναι ακόμα η φωνή ενός κόσμου που εγκαταλείφθηκε συστηματικά, όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτικά, κοινωνικά, συμβολικά. Ενός κόσμου που σταδιακά στερήθηκε το δικαίωμα να σχεδιάζει το μέλλον του στον τόπο του.
Σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα - ακόμα και αυτά που δεν κυβέρνησαν - απέτυχαν να διαμορφώσουν μια συνεκτική και βιώσιμη αγροτική πολιτική. Ο αγρότης αντιμετωπίστηκε είτε ως αποδέκτης επιδοτήσεων είτε ως πρόβλημα προς διαχείριση. Ποτέ ως κεντρικός φορέας παραγωγής, κοινωνικής συνοχής και εθνικής στρατηγικής. Η πολιτική αντικαταστάθηκε από μηχανισμούς και το όραμα από προσωρινές λύσεις.
Οφείλει να παραδεχτεί κανείς ότι δεν τέθηκε ποτέ σοβαρά το ζήτημα της σχέσης πόλης και υπαίθρου. Η Ελλάδα οικοδόμησε ένα υπερσυγκεντρωτικό - αθηνοκεντρικό - μοντέλο ανάπτυξης, αποκομμένο από το έδαφος και την παραγωγή του. Γιγαντώθηκαν μη βιώσιμες πόλεις, ενώ η ύπαιθρος αποψιλώθηκε από ανθρώπους, υποδομές και ζωή. Το αποτέλεσμα είναι ορατό: ερήμωση, εγκατάλειψη της γης, νέοι άνθρωποι ξεριζωμένοι από τον τόπο τους.
Το σύστημα που κυβερνά τη χώρα αντιμετώπισε τους αγρότες ως περιθωριακούς, ως κάποιας μορφής 'αναγκαίο κακό'. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς που η ύπαιθρος εγκαταλείφθηκε μαζικά. Δεν ήταν πια 'της μόδας' να είσαι αγρότης.
Το αγροτικό ζήτημα περιορίστηκε τεχνητά στη γεωργία, ενώ στην πραγματικότητα αφορά ολόκληρη την ύπαιθρο. Την κατοίκηση, τις υποδομές, την κοινωνική ζωή, τη μικρή μεταποίηση, τον τουρισμό, τον πολιτισμό. Όταν ο αγροτικός χώρος δεν «διαβάζεται» ως σύνολο, καμία πολιτική δεν μπορεί να αποδώσει. Πρόκειται πρωτίστως για πρόβλημα περιφερειακής ανάπτυξης και χωρικής ισορροπίας.
Αντίστοιχα, η αγροδιατροφή δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως στρατηγικό πεδίο πολιτισμικής και οικονομικής υπεραξίας. Δεν συνδέθηκε ουσιαστικά με την τοπική γνώση και το τοπίο. Χάθηκε η αυθεντική ταυτότητα των προϊόντων. Η ποιότητα, η διαφοροποίηση και οι εξαγωγές δεν αποτέλεσαν εθνική επιλογή. Κυριάρχησαν η εξάρτηση, η μετριότητα και η απουσία σχεδίου.
Αυτό που συνέβη ήταν πως, όπως σε κάθε περιφερειακό, δορυφορικό κράτος, οι πολίτες εκπαιδεύτηκαν να μην χαρακτηρίζονται απ' ότι παράγουν, μα απ' ότι καταναλώνουν. Αντί λοιπόν να εξάγουμε αγροτικά προϊόντα, βρεθήκαμε να 'εξάγουμε' κεφάλαια και τα καλύτερα μυαλά της χώρας.
Κεντρικός άξονας αυτής της σκέψης ήταν η νέα γενιά. Όχι ως φθηνό εργατικό δυναμικό, αλλά ως φορέας δημιουργίας και αξιοπρέπειας. Η επιστροφή των νέων στη γη δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε οικονομικά κίνητρα. Απαιτεί κοινωνική αναγνώριση, ποιότητα ζωής, συλλογικότητα και προοπτική. Απαιτεί την ανάδειξη του αγροτικού τρόπου ζωής ως επιλογής ελευθερίας και δημιουργίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι αγροτικές κινητοποιήσεις μπορούν – και πρέπει – να λειτουργήσουν ως κάτι πολύ ευρύτερο από μια συντεχνιακή διαμαρτυρία. Μπορούν να γίνουν το έναυσμα για μια μεγάλη επιστροφή ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας στην πολιτική. Όχι στην πολιτική της διαχείρισης, αλλά στην πολιτική με την αυθεντική έννοια του όρου: την πολιτική ως σχέδιο, ως πρόλογο για το μέλλον. Ως συλλογική σκέψη πριν από την πράξη. Ως ερώτημα για το τι χώρα θέλουμε να είμαστε.
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις έχουν νόημα μόνο αν μετατραπούν από κραυγή απόγνωσης σε απαίτηση πολιτικής ρήξης. Ρήξης με το αποτυχημένο μοντέλο της μεταπολίτευσης. Ρήξης με την Ελλάδα της επιδότησης, της εγκατάλειψης και της μετριότητας. Διαφορετικά, ο αγροτικός κόσμος δεν θα σωθεί· απλώς θα σβήσει αθόρυβα.
Και τότε, δεν θα έχουμε χάσει μόνο έναν παραγωγικό τομέα.
Θα έχουμε χάσει τον Τόπο.
υγ. Αν σας ενδιαφέρει το ζήτημα, έστω και λίγο, κάνετε μια μεγάλη χάρη στον εαυτό σας: διαβάστε την Αγροφιλία.







