Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανελλήνιες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πανελλήνιες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

To μήνυμα Μητσοτάκη για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και η ανάγκη μιας νέας εκπαιδευτικής πολιτικής

Η κοινή γνώμη πληροφορήθηκε χθες πως ο κ. Πρωθυπουργός κάνει ολιγοήμερο ταξίδι στις ΗΠΑ για να "εγκαταστήσει" την κόρη του σε κορυφαίο πανεπιστημιακό ίδρυμα της χώρας αυτής. Το timing όμως δεν θα μπορούσε να είναι χειρότερο: Έκπληκτοι μάθαμε όλοι, επίσης χθες, πως πολλά Τμήματα της χώρας μας μένουν χωρίς φοιτητές εξ' αιτίας της εφαρμογής του νέου κανονισμού εισαγωγής φοιτητών.

Τι μήνυμα λοιπόν μας στέλνει, ηθελημένα ή μη, ο Πρωθυπουργός της χώρας μέσα από αυτήν τη σύμπτωση;

Ας δούμε τα ζητήματα πιο προσεκτικά:

Τόσο εγώ όσο και πολλοί άλλοι στο παρελθόν έχουμε κατακρίνει σφόδρα την υποτιθέμενη 'αναπτυξιακή' πολιτική των δεκαετιών του '80 και '90 που λίγο πολύ έλεγε "κάθε χωριό και στρατόπεδο, κάθε κωμόπολη και ΤΕΙ". Πράγματι, μπορούσε για δεκαετίες να παρατηρεί κανείς την ίδρυση διάσπαρτων τμημάτων ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης δίχως κανένα σχέδιο και στρατηγική, κατά κανόνα ως αποτέλεσμα πιέσεων των τοπικών πολιτευτών ώστε να 'υπάρξει εισόδημα': Δηλαδή δωμάτια προς ενοικίαση σε φοιτητές, κίνηση στα καταστήματα εστίασης κλπ. 

Κορυφαίο παράδειγμα απόλυτης απουσίας στρατηγικής που οδηγεί σε παρανοϊκές αποφάσεις θεωρώ εκείνο της Τρίπολης, όπου το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου θεώρησε λογικό να ιδρύσει δυο Τμήματα Πληροφορικής σε αυτήν την σχετικά μικρή επαρχιακή πόλη (τα οποία ευτυχώς αργότερα συγχωνεύτηκαν). 

Θέλω ακόμα να τονίσω πως κατά την γνώμη μου είναι στρατηγικό λάθος η (δήθεν) κατάργηση της ανώτερης εκπαίδευσης (με την, επίσης δήθεν, 'ανωτατοποίηση' των ΤΕΙ) όσο και την, άκουσον άκουσον, 'εξίσωση' των πολυτεχνικών πτυχίων με ...μεταπτυχιακά (πάλι καλά που το ΕΜΠ δεν απαίτησε το πτυχίο του να ισοδυναμεί με διδακτορικό!). 

Αφενός μεν η ανώτερη εκπαίδευση θεραπεύει διαφορετική - και πολύ σημαντική! - ανάγκη από την ανώτατη, αφετέρου δεν η νοοτροπία της 'εξίσωσης πτυχίου με μεταπτυχιακό' είναι κορυφαίο παράδειγμα στρεβλής προσέγγισης στο ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων.

Δεν χωράει τέλος αμφιβολία πως το φαινόμενο του φροντιστηρίου αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο πως κάτι πολύ λάθος συμβαίνει στο σύστημα εισαγωγής στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ναι λοιπόν, χρειαζόμαστε λιγότερους εισακτέους σε τμήματα ΑΕΙ ώστε αυτά να αποκτήσουν υψηλότερο επίπεδο σπουδών. Χρειαζόμστε ακόμα μια ισχυρή ανώτερη εκπαίδευση καθώς και επίσης και ισχυρά και ποιοτικά ΙΕΚ. Πάνω απ' όλα βέβαια χρειαζόμαστε ένα ποιοτικό άλμα στην α' και β' βάθμια εκπαίδευση - Ας μην γελιόμαστε, το λεγόμενο 'χαρτί του Λυκείου' έφτασε να μην σημαίνει απολύτως τίποτα.

Πώς λοιπόν θα καταφέρουμε όλα αυτά που αναμφίβολα χρειαζόμαστε; Σίγουρα όχι μέσα από την απαξίωση.

Επαναλαμβάνω λοιπόν τα προφανή: 

  • Ο χώρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα χρειάζεται δομικές αλλαγές. 
  • Θέλουμε λιγότερα και μικρότερα πανεπιστημιακά τμήματα με πολύ μεγαλύτερη δημόσια χρηματοδότηση από τον τακτικό προϋπολογισμό.
  • Χρειαζόμαστε μια πολύ σημαντική επένδυση στην ανώτερη εκπαίδευση (δηλαδή με απλά λόγια, επαναφορά των ΤΕΙ) με τμήματα εφαρμοσμένων σπουδών προσανατολισμένα στην τοπική & περιφερειακή οικονομική δραστηριότητα - τόσο στην υπάρχουσα όσο και σε αυτήν που θέλουμε να αναπτυχθεί.
    • Τα ΤΕΙ δεν πρέπει και δεν μπορούν να είναι ο "φτωχός συγγενής των ΑΕΙ", όπως τα αντιλαμβανόταν η ελληνική κοινωνία για χρόνια. To ακριβώς αντίθετο: Θεραπεύουν διαφορετική ανάγκη, πρέπει να είναι στην αιχμή της τεχνολογίας και του management και πρέπει να προσφέρουν πολύ καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές από τα Πανεπιστήμια - Τα οποία εξ' ορισμού πρέπει να είναι περισσότερο προσανατολισμένα στη (βασική) έρευνα.
  • Aπαιτείται μια πολύ ουσιαστική επένδυση στην τεχνική/μεταλυκειακή εκπαίδευση.
  • Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν μια πολύ σημαντική αναβάθμιση της α' βάθμιας και, κυρίως, της β' βάθμιας εκπαίδευσης.

Αντ' αυτών όμως, τι είδαμε; 

Είδαμε πρώτα απ' όλα να σπαταλώνται πόροι για την δημιουργία της παντελώς αχρείαστης (και άχρηστης, ας μου επιτραπεί), 'πανεπιστημιακής αστυνομίας'. Είδαμε μετά μια σπασμωδική εφαρμογή μιας 'ελάχιστης βάσης εισαγωγής' η οποία χτύπησε πολύ σοβαρά πανεπιστημιακά τμήματα. Συζητήθηκε η Αρχιτεκτονική Ξάνθης που έμεινε χωρίς φοιτητές (0 εισακτέοι) και του Μαθηματικού Σάμου που παίρνει μόλις έξι (ναι, 6) νέους φοιτητές. 

Προσωπικά εξεπλάγην από δυο Τμήματα του Πανεπιστημίου Κρήτης και συγκεκριμένα των Τμημάτων Μαθηματικών και Φυσικής. Καθώς είμαι απόφοιτος της Σχολής Θετικών Επιστημών του Π.Κ. και είχα πάρει μαθήματα κορμού και επιλογής από τα δυο αυτά Τμήματα, είμαι σε θέση να γνωρίζω το υψηλότατο επίπεδό τους. Αναγνωρίζονται αμφότερα εκ των κορυφαίων της χώρας. Τι κατάφερε λοιπόν το νέο σύστημα; Ιδού:

  • Τμήμα Μαθηματικών Ηρακλείου με 31 επιτυχόντες σε 168 θέσεις,
  • Τμημα Φυσικής Ηρακλείου 34 επιτυχόντες σε 155 θέσεις

...τα δυο αυτά κορυφαία Τμήματα μόλις και μετά βίας θα καλύψουν περί το 20% των θέσεών τους για πρωτοετείς φοιτητές. Πρόκειται περί μεγάλης ντροπής για το Υπουργείο Παιδείας και συνολικά για το Ελληνικό κράτος.

Κάποιοι μπορούν βέβαια να πουν πως τα Τμήματα αυτά ηθελημένα έθεσαν υψηλή Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής ώστε να αυξήσουν την ποιότητα και να μειώσουν τον αριθμό των εισακτέων. Αρμόδια να το απαντήσουν αυτό είναι μόνο τα ίδια τα Τμήματα. Δυσκολεύομαι όμως πολύ να πιστέψω πως οι παραπάνω αριθμοί νέων φοιτητών αποτελούν συνειδητές επιλογές των διοικήσεων των Τμημάτων.

Δεν μπορούμε σε κάθε περίπτωση να μην κρίνουμε και να μην αξιολογήσουμε την πολιτική διάσταση του ζητήματος: Φοβάμαι πως πίσω από τις εξελίξεις αυτές κρύβεται μια ξεκάθαρη επιλογή, την οποία ο κ. Πρωθυπουργός φροντίζει να μας υπενθυμίζει με κάθε τρόπο: Η παρακμή, ή έστω ο σημαντικός περιορισμός, της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα και η μετατροπή της χώρας σε μια οικονομία χαμηλού κόστους εργασίας με το αντίστοιχο εκπαιδευτικό σύστημα υποστήριξης αυτής της οικονομίας.

Ας προσπαθήσουμε να δούμε τα πράγματα από απόσταση: 
  • Την χώρα τη διοικεί μια ελίτ.
  • Αρχικά η ελίτ έχασε το ενδιαφέρον της για την α’ και τη β’ βάθμια εκπαίδευση. Πώς; Μέσω της επικράτησης των ιδιωτικών σχολείων και της πλήρους απαξίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης.
  • Τώρα η ελίτ χάνει το ενδιαφέρον της και για τη γ’ βάθμια εκπαίδευση. Πως; Μέσω των ΙΒ και των προπτυχιακών σπουδών στο εξωτερικό.
Τα πανεπιστημιακά τμήματα θα μείνουν (βάσει του σχεδίου της ελίτ) χωρίς αντικείμενο:
  • Οι πανεπιστημιακές σπουδές θα γίνονται κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, για τους λίγους που θα συνεχίσουν να τους αφορούν (όλοι έχουμε ακούσει γονείς μαθητών γυμνασίου, καμιά φορά και δημοτικού (!) να κάνουν σχέδια για τις σπουδές των παιδιών τους στο εξωτερικό επειδή 'το ελληνικό πανεπιστήμιο έχει χαλάσει').
  • Αντίθετα η χώρα θα παράγει σωρηδόν 'ψυκτικούς από το Περιστέρι' και λοιπούς πληβείους στα απαξιβωμένα ΙΕΚ, στα απαξιωμένα Πανεπιστήμια και τα 'ανωτατοποιημένα' ΤΕΙ, και φυσικά στα «ιδιωτικά πανεπιστήμια»  - επιπέδου που θα δικαιολογείτο εάν το 1821 δεν είχε υπάρξει και ζούσαμε στην επαρχία Yunanistan...
H προοπτική αυτή είναι απόλυτα δυστοπική, τρομακτική. Δεν είναι αυτή η Ελλάδα που θέλουμε. Η άρχουσα τάξη της χώρας, σίγουρα μετά τον Β' ΠΠ, ήταν κατά βάση μεταπρατική. Φρόντιζε η Ελλάδα να δανείζεται, με τα δάνεια έκανε μεγάλες προμήθειες με σημαντικό περιθώριο κέρδους το οποίο στη συνέχεια έβρισκε τον δρόμο του προς το εξωτερικό. Μια οικονομία εξαγωγής κεφαλαίων, όπως είναι πολύ συχνό στον υπανάπτυκτο και τον αναπτυσσόμενο κόσμο.

Δεν είναι παράλογο λοιπόν να φοβάται κανείς πως μετά την "εξαγωγή κεφαλαίου", η ελίτ, είτε το καταλαβαίνει ή όχι, προχωρά στη συστηματική "εξαγωγή ανθρωπίνου κεφαλαίου" μέσα από την, σταδιακή μεν - απόλυτη δε, απαξίωση του εγχώριου εκπαιδευτικού συστήματος.

Αυτό είναι το όραμά μας λοιπόν για το μέλλον; Σε παλιότερο μήνυμά μου ρωτούσα πως ονειρευόμαστε την Ελλάδα του 2071. Είναι σαφές πως η ελίτ που έχει την ευθύνη της χώρας, ανεξάρτητα αν το έχει συνειδητοποιήσει ή όχι, την οραματίζεται κυρίως ως τόπο διακοπών (της)

Χωρίς σοβαρή επένδυση στην εκπαίδευση, το μέλλον της χώρας θα είναι άσχημο. Εννοείται βεβαίως πως δεν μπορεί να γίνει σοβαρή δουλειά στην γ'βάθμια εκπαίδευση αν έχουν αφεθεί στη μοίρα τους η β' και η α' βάθμια. Πριν πολλές δεκαετίες οι δρόμοι της Αθήνας δονούνταν από το σύνθημα "15% για την παιδεία". Μπορεί σήμερα το ποσοστό αυτό να φαντάζει εξωπραγματικό, κάποια στιγμή πάντως πρέπει να δούμε τις προτεραιότητές μας. 

Η χώρα έχει ανάγκη μιας νέας εκπαιδευτικής πολιτικής. Η επένδυση στην παιδεία οφείλει να είναι μεγάλη, σταθερή και μακρόχρονη. Η εκπαιδευτική μας στρατηγική οφείλει να σχεδιαστεί σε συνάρτηση της αντοίστιχης αναπτυξιακής και της οικονομικής στρατηγικής. Ταυτόχρονα, ένα μόνο είναι βέβαιο: Όσο σημαντική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας πείθεται πως τα πανεπιστήμια είναι 'άντρα ανομίας' και πως προτεραιότητα μας είναι να δημιουργούμε και να εξοπλίζουμε ομάδες καταστολής, τόσο το εκπαιδευτικό σύστημα θα παρακμάζει σε όλες του τις βαθμίδες και τελικά θα καταρρεύσει.

Ας γίνει λοιπόν σαφές σε όλους πως η δημόσια παιδεία είναι κορυφαία προτεραιότητα για το ελληνικό κράτος και πως αυτό οφείλει να ανταποκριθεί με βέλτιστο τρόπο στις υποχρεώσεις του. 

Πέρα από αυτό, θα ήθελα να κλείσω με την εξής παρατήρηση: Είναι σαφές πως τα δημόσια πρόσωπα έχουν και αυτά ανάγκη ιδιωτικού χώρου. Πολύ περισσότερο οι οικογένειες, κυρίως δε τα παιδιά, τέτοιων προσώπων είναι συχνά θύματα του ρόλου και της προβολής του εκάστοτε μέλους της οικογένειας που έχει μια θέση ευθύνης. Αντιλαμβάνομαι πλήρως τους λόγους που μπορεί να ωθούν ένα παιδί πρωθυπουργού να προτιμά να σπουδάσει στο εξωτερικό - ίσως να είναι και το παιδαγωγικά ορθό. Καλώς έπραξε λοιπόν η νεαρή Κυρία Μητσοτάκη και επέλεξε να σπουδάσει στις ΗΠΑ και μπράβο στους γονείς της που την στηρίζουν.

Από την άλλη, πέρα από το τραγικά λανθασμένο timing που ανέδειξα στην αρχή του άρθρου, δύσκολα μπορεί να κλείσει τα μάτια του κανείς στην επικοινωνιακή διαχείριση του θέματος, τόσο του συγκεκριμένου συμβάντος όσο και συνολικά των περί της παιδείας. Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη κυριαρχείται από αποφοίτους συγκεκριμένου ιδιωτικού σχολείου, ενώ πολλοί υπουργοί της, του κ. Πρωθυπουργού συμπεριλαμβανομένου, δεν έχουν βιώματα της ελληνικής πανεπιστημιακής ζωής. Προωθούνται με κάθε τρόπο πολύ συγκεκριμένα στερεότυπα περί της εκπαίδευσης που φτάνουν στον βαθμό της εμμονής. 

Είναι ώρα ο κ. Πρωθυπουργός και συνολικά οι κυβερνώντες, αν θέλουν το καλό της χώρας, να ανοίξουν τα μάτια, τα αυτιά και, κυρίως, το μυαλό τους. Αν υπάρχει ελπίδα για μια ευημερούσα Ελλάδα στο μέλλον, αυτή μπορεί να βρεθεί μόνο στη δημόσια παιδεία και πουθενά αλλού. Για να ενημερωθούν σχετικά, ας ρίξουν μια ματιά στο "The Common Good" του Robert Reich, γραμμένο στην γλώσσα που γνωρίζουν καλύτερα και για την χώρα που (υποτίθεται πως) θαυμάζουν περισσότερο.

Συνοψίζοντας, η κεντρική πολιτική απόφαση που οφείλει να ληφθεί είναι ξεκάθαρη: Σημαντικά μεγαλύτερη επένδυση σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Έχει άραγε το θάρρος να πράξει το σωστό η ελληνική κυβέρνηση; 

Ίδωμεν.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

Περί βάσεων εισαγωγής και άλλων δαιμονίων

Στα φοιτητικά μου χρόνια ήμουν πρόεδρος του Συλλόγου Φοιτητών του Τμήματος Επιστήμης Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Μεταξύ άλλων, μαζί με άλλους συμφοιτητές μου, εκπροσωπούσαμε τους φοιτητές στη Γενική Συνέλευση του Τμήματος - Μια ιδιαίτερα χρήσιμη εμπειρία πρέπει να πω η οποία με βοήθησε πολύ στη συνέχεια του επαγγελματικού μου βίου. Σε μια από αυτές τις συνεδριάσεις με μεγάλη έκπληξη άκουσα πως κάθε χρόνο το Υπουργείο Παιδείας "ρωτούσε" το Τμήμα πόσους εισακτέους  φοιτητές ήθελε να έχει στο επόμενο έτος. Το Τμήμα πάντοτε απαντούσε "40" και τότε, μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του 1990, το Υπουργείο σταθερά, με το "έτσι θέλω" αποφάσιζε "60".

Όταν μπήκα εγώ στο Τμήμα αυτό, πράγματι πέρναμε 60 νέους φοιτητές κάθε χρόνο, οι οποίοι όμως τελικά γίνονταν σχεδόν 70, αφού επιπλέον πέρναμε από διάφορες άλλες κατηγορίες, όπως ομογενείς, κλπ. Ο λόγος που το Τμήμα μας ζητούσε να έχει 40 φοιτητές δεν ήταν άλλος ότι τόσους νόμιζε πως μπορούσε να υποστηρίξει παρέχοντας ένα υψηλότατο επίπεδο σπουδών. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο αυταρχισμός του ελληνικού κράτους που απαιτούσε να πάρει 50% περισσότερους φοιτητές δίχως να αυξήσει αντιστοίχως την χρηματοδότηση.

Ένας πολιτικός για τον οποίον έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά θετικά και πολλά αρνητικά, παρ' ολίγον πρωθυπουργός της χώρας μετά το 53-53-50 του Ιανουαρίου του 1996, ήταν ο Γεράσιμος Αρσένης (ο "50" στην παραπάνω τριπλέτα, όπου τα "53" ήταν του Σημίτη και του Άκη). Δεν είναι σκοπός μου στο άρθρο αυτό να κάνω μια συνολική αποτίμηση του έργου του Γεράσιμου Αρσένη, μπορώ όμως μετά βεβαιότητας να πω ότι στον χώρο της παιδείας βαρύνεται με ένα μεγάλο έγκλημα, έγκλημα μάλιστα που (ως συνήθως) βαφτίστηκε με ένα ωραίο όνομα: "Άνοιγμα του Πανεπιστημίου στην Κοινωνία".

Το 1995 και το 1996 που έδως πανελλήνιες οι πιθανότητες να περάσει κανείς σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ ήταν σχετικά μικρές (και ήταν πολύ δύσκολο να περάσεις σε σχολές υψηλής προτίμησης - ένα πολύ ταλαιπωρημένο ζήτημα που έχω πολλές φορές θίξει σε αυτό το ιστολόγιο). Αν θυμάμαι καλά, στην πρώτη δέσμη (τώρα νομίζω λέγεται θετική-τεχνολογική κατεύθυνση) περνούσε περίπου ένας στους τρεις, ενώ στην τέταρτη δέσμη (οικονομικές σχολές κλπ) περνούσε ένας στου έξι. 

Μετά το κατά Αρσένη άνοιγμα του πανεπιστημίου στην κοινωνία, έπρεπε πραγματικά να προσπαθήσεις για να μην περάσεις, καθώς υπήρχαν θέσεις για ένα ποσοστό της τάξης του 85% με 90% των υποψηφίων. Το ερώτημα βέβαια είναι "που θα περάσεις;". Ξαφνικά γέμισε η Ελλάδα με νέα τμήματα ΑΕΙ και ΤΕΙ τα οποία προκαλούσαν τόσο γέλιο όσο και κλάμα. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στην Τρίπολη που βρέθηκε με δυο (!) σχεδόν ταυτόσημα τμήματα πληροφορικής, απλώς το ένα υποτίθεται είχε έμφαση στις τηλεπικοινωνίες... (ευτυχώς μετά από χρόνια συγχωνεύτηκαν). 

Πανεπιστήμια και ΤΕΙ ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια, δίχως όμως να έχουν τις απαραίτητες υποδομές, δίχως να υπάρχει ο απαραίτητος προϋπολογισμός, δίχως να έχουν το απαραίτητο διδακτικό-ερευνητικό προσωπικό και, εννοείται, δίχως η χώρα να έχει οποιαδήποτε εκπαιδευτική και ερευνητική στρατηγική. Αυτό που συνέβαινε ήταν κάτι αντίστοιχο με την "οικονομική πολιτική των στρατοπέδων": Τα ακαδημαϊκά αυτά ιδρύματα δημιουργούνταν κατά βάση για να "στηρίξουν" άκουσον-άκουσον τις κατά τόπους οικονομίες με έναν ιδιαίτερα χαμηλής ποιότητας τρόπο (ενοίκια, κατανάλωση), καθώς βεβαίως και για να εξυπηρετήσουν διάφορα ρουσφέτια (είναι πολύ χαριτωμένη συχνά η ανθρωπογεωγραφία πολιτικών και άλλων "προσωπικοτήτων" που είναι, ο Μεγαλοδύναμος να τους κάνει, και "πανεπιστημιακοί").

Στο σημείο αυτό να σημειώσω πως δεν ήταν μόνο τα αμέτρητα ανούσια νέα Τμήματα αλλά και η δραματική αύξηση των εισακτέων στα υφιστάμενα: Το Τμήμα Επιστήμης Υπολογιστών που μετά βίας τα έβγαζε πέρα (για να έχει υψηλότετο επίπεδο, πάντα) με 60 εισακτέους, αναγκάστηκε να υποδεχτεί τελικά περί του 150 κάθε έτος!

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει πως μια τόσο τεράστια αύξηση της προσφοράς θέσεων θα είχει υποχρεωτικό επακόλουθο να πέσει η τιμή της θέσης, που στο συγκεκριμένο σύστημα είναι η βάση εισαγωγής. Πέρα από αυτό βέβαια δημιουργήθηκαν μια σειρά από παρακμιακά φαινόμενα, καθώς φτάσαμε να έχουμε τμήματα - σφραγίδες, ιπτάμενους καθηγητές, ανύπαρκτους φοιτητές και πολλά άλλα. Γιατί έγιναν όλα αυτά; Διότι το κατ' όνομα και μόνο "άνοιγμα του πανεπιστημίου στην κοινωνία" πολύ απλά είχε μοναδικό αποτέλεσμα την απόλυτη απαξίωση του πανεπιστημίου.

Καθώς κανείς δεν είχε τη δύναμη να θίξει την ουσία του ζητήματος, ότι δηλαδή ο αριθμός των εισακτέων πρέπει να μειωθεί σημαντικά, ότι πρέπει να έχουμε πολύ λιγότερα τμήματα και ότι αυτά τα λιγότερα τμήματα πρέπει να τα χρηματοδοτήσουμε πολύ, πολύ καλύτερα τόσο από τον τακτικό προϋπολογισμό για βασική έρευνα και εκπαιδευτικές δραστηριότητες όσο και με σειρά άλλων προγραμμάτων για εφαρμοσμένη έρευνα, επειδή λοιπόν κανείς δεν είχε τη δύναμη να μιλήσει την γλώσσα της αλήθειας, εφευρέθηκε το τέχνασμα της "βάσης του 10".

Οι πανελλήνιες εξετάσεις είναι απλά ένα φίλτρο κατάταξης. Δεν έχει σημασία ο απόλυτος βαθμός. Μπορεί μια χρονιά να έχει (πολύ) δύσκολα θέματα και ένας άριστος μαθητής να γράψει μαθηματικά 14. Μπορεί μια άλλη χρονιά να έχει (πολύ) εύκολα θέματα και ένας μέτριος μαθητής να γράψει μαθηματικά 17. Το απόλυτο νούμερο δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Η διαδικασία απλώς κατατάσσει τους υποψήφιους φοιτητές σε μια σειρά και μετά ανάλογα με τις προτιμήσεις τους και τις διαθέσιμες θέσεις, εισάγονται στα τμήματα.

Το πρόβλημα είναι ότι οι διαθέσιμες θέσεις είναι πάρα, πάρα πολλές, σε τμήματα που κανείς πραγματικά δεν θέλει να πάει, οπότε σε μια χρονιά με (σχετικά) δυσκολότερα θέματα θα δει κανείς φαινόμενα όπως αυτό που συζητήθηκε έντονα φέτος με το μαθηματικό της Σάμου, να περνά κανείς με πολύ χαμηλή βαθμολογία. Επειδή λοιπόν η γαλαζοπράσινη κακιστοκρατία δεν μπορούσε να πει στους τοπικούς κομματάρχες "ξέρεις, αυτό το Τμήμα που έχετε στο χωριό σας πρέπει να κλείσει", προσπάθησε να τους το πει πλαγίως "θα το κλείσουμε διότι δυστυχώς κανείς δεν περνάει τη βάση του 10 για να έρθει". Μιλάμε δηλαδή για απίστευτες γραφικότητες.

Η ορθολογική αντιμετώπιση του θέματος λοιπόν πρώτα και κύρια είναι η σημαντική μείωση του αριθμού τμημάτων και ταυτόχρονα η μείωση των εισακτέων ανά τμήμα. Παράλληλα, πρέπει επιτέλους να γίνει μια μακροπρόθεσμη εκπαιδευτική και ερευνητική στρατηγική για να δούμε πόσους νέους επιστήμονες τελικά χρειαζόμαστε σε κάθε γνωστικό πεδίο. Κατά τη διάρκεια του Erasmus μου στη Σουηδία μου είχε κάνει εντύπωση ο πολύ χαμηλός αριθμός των φοιτητών ανά έτος στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης. Τον συνέκρινα τότε με τους χιλιάδες νέους φοιτητές μαθηματικών που είχαμε κάθε χρόνο στην Ελλάδα (θυμάμαι είχα μετρήσει το 1998 τμήματα σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα, Πάτρα και Ηράκλειο και όλοι μαζί είχαν > 1.000 νέους φοιτητές κάθε χρόνο, όταν η Στοκχόλμη είχε < 100). Το ερώτημα προκύπτει ξεκάθαρα: Γιατί συνέβη αυτό;

Συνέβη λοιπόν γιατί η κακιστοκρατία που κυβερνά την Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια είχε μόνο δυο σταθερές:
- Οι πανελλήνιες είναι αδιάβλητες
- Από το δημόσιο δεν απολύεσαι ποτέ

...αυτή η στρέβλωση οδήγησε στην παρανοϊκή έννοια του "αδιόριστου πτυχιούχου" και της "επετηρίδας". Ήταν δηλαδή το κράτος υποχρεωμένο να προσλάβει τους πτυχιούχους, για αυτό και η ελληνική οικογένεια έκανε τέτοια τεράστια προσπάθεια να μπουν τα παιδιά της στο πανεπιστήμιο. Όχι για να μορφωθούν, αλλά για να αποκατασταθούν;

Που φτάσαμε λοιπόν; Φτάσαμε στο τραγελαφικό οι σχολές που τελικά "διορίζονται", επί παραδείγματι οι αστυνομικοί, να έχουν υψηλότατες βάσεις, ενώ άλλες, που "δεν διορίζονται" να είναι πρακτικά στα αζήτητα.

Αν κατάφεραν λοιπόν κάτι οι γαλαζοπράσινοι κύριοι και κυρίες που με απύθμενο θράσος σήμερα μας κουνάνε το δάχτυλο, ήταν μόνο εξής: Πλέον στις διαδηλώσεις μπορείς να φας ξύλο από αριστούχους, αφού τέτοιοι βαθμοί χρειάζονται για να μπει κάποιος στα τμήματα που οδηγούν στην Ελληνική Αστυνομία (βέβαια, επειδή οι αριστούχοι καμιά φορά χρησιμοποιούν και τον εγκέφαλό τους και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο για την κακιστοκρατία, φυσικά άνοιξαν και την πίσω πόρτα για είσοδο ημετέρων στην Ελληνική Αστυνομία μέσω ειδικών φρουρών κλπ).

Έχοντας κάνει λοιπόν σαφή τη θέση μου, ότι δηλαδή θέλουμε λιγότερα τμήματα, λιγότερους φοιτητές ανά τμήμα, πολύ (εννοώ πολύ) μεγαλύτερη χρηματοδότηση ανά τμήμα και (επιτέλους) μια ολοκληρωμένη εθνική εκπαιδευτική & ερευνητική στρατηγική, θα ήθελα να σημειώσω και το εξής:

Ζούμε σε μια κατάσταση βαθιάς παρακμής όπου οι διευθύνουσες ομάδες που κατέχουν τους θεσμούς (κράτος), είναι στην πραγματικότητα εναντίον του έθνους (ή του λαού, αν προτιμάτε). Αυτή λοιπόν η διευθύνουσα ομάδα, ενώ θεωρητικά θα ήθελε να ενισχύσει τους θεσμούς (πχ το Πανεπιστήμιο), στην πραγματικότητα της είναι εντελώς αδιάφορο πλέον. Όπως κάνουν οι πλούσιοι στις τριτοκοσμικές χώρες, η ομάδα αυτή είναι αυστηρά διαχωρισμένη από την υπόλοιπη κοινωνία: Τα παιδιά της πάνε σε ιδιωτικά σχολεία, εξετάζονται στα ΙΒ και σπουδάζουν στα πανεπιστήμα του εξωτερικού, κοιτώντας  με λύπηση ή βδελυγμία εμάς τους βαλκάνιους ιθαγενείς. 

Μέσα από την τάση αυτή, που αρχικά υπήρχε μόνο στην κορυφή της πυραμίδας αλλά σιγά σιγά πηγαίνει και προς την (και πάλι, ο Μεγαλοδύναμος να την κάνει) ανώτερη-μεσαία τάξη, θα σπάσει ίσως το κοινωνικό συμβόλαιο της μεταπολίτευσης γύρω από τις πανελλήνιες και τον διορισμό στο δημόσιο. Θα σπάσει όμως μέσα από μια διαδικασία αποσάθρωσης η οποία δεν θα αφήσει τίποτα λειτουργικό πίσω της, παρά μόνο κάποιες νησίδες επιστημονικής και ερευνητικής αριστείας αποκλειστικά και μόνο χάρη στην αυταπάρνηση ορισμένων καθηγητών, ερευνητών και φοιτητών. 

Είναι ένας κίνδυνος που πρέπει άμεσα να τον δει πρώτα και κύρια η νεολαία και να απαιτήσει τον εκσυγχρονισμό, την αναδιάρθρωση και την ισχυροποίηση των εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων της χώρας, διαδικασία που οπωσδήποτε πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά που περιγράφησαν παραπάνω. Τέλος, αν και θα χρειαζόταν ένα (ή και περισσότερα) άρθρο μόνο για αυτό, δεν γίνεται να μην πει κανείς ότι πρέπει να γίνει και μια πολύ σοβαρή αυτοκριτική στη μέση εκπαίδευση για το επίπεδο των σπουδών που παρέχει. Η αυτοκριτική αυτή οφείλει να ξεκινήσει (και ευελπιστώ ότι θα το κάνει) από την κοινότητα των ίδιων των καθηγητών.

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

ΤΕΙ - Deree - Αγγλία και η εθνική παράνοια πανελληνίων & φροντιστηρίου


Είναι Αύγουστος του 1995 και κολυμπάω με τον Βασίλη στις Κουκουναριές σε μεγάλη απόσταση από την ακτή. Πριν λίγο είχαμε κάνει το τηλεφώνημα στον Ασπρόπυργο (δεν υπήρχαν κινητά τότε) και είχαμε μάθει τα άσχημα νέα. Οι γονείς είπαν "δεν πειράζει" και "κάθε εμπόδιο για καλό". Είμαι σίγουρος πως και εκείνοι παρέμεναν αμίλητοι όλην αυτήν ώρα. Με μένα, δεν ασχολήθηκε κάνεις. Ούτε κι εγώ, εδώ που τα λέμε.

Σχεδόν 20 στην ιστορία, 19+ στην κοινωνιολογία, 18+ στην έκθεση. Δεν μπορείς να πεις ότι είχε πάει και άσχημα! Κάθε άλλο μάλλον. Τον θυμάμαι καλά, την τρίτη χρονιά είχε προσπαθήσει πολύ σοβαρά. Τα άτιμα τα μαθηματικά όμως ήταν απελπιστικά χαμηλά. Η ΑΣΟΕΕ, την οποία είχε τελειώσει ο μπαμπάς το '60 κάνοντας μάλιστα μετά και το "έτος εξειδικεύσεως" (το πρώτο μεταπτυχιακό πρόγραμμα που έκανε το ΟΠΑ...), ήταν πια μακρινό όνειρο.

Η ώρα περνούσε, κουβέντα όμως δεν έβγαινε.

" ΤΕΙ - Deree - Αγγλία !" είπε ξαφνικά ο Βασίλης ενώ κολυμπούσαμε ακόμα και ξαφνικά νιώσαμε και οι δύο σαν να έχουμε πέσει απ'τον τέταρτο όροφο και την γλυτώσαμε με γρατζουνιές. Επιτέλους, είχε βρεθεί μια λύση. Μια λύση που μπορούσαμε να υποστηρίξουμε με αποφασιστικότητα έναντι οποιουδήποτε. Είχαμε εν τέλει βγει από το αδιέξοδο.

Ήταν εντελώς αδιανόητο να μην σπουδάσει. Όπως κι εγώ άλλωστε. Όπως σχεδόν όλοι οι συμμαθητές μας. Γιατί άραγε; Για διάφορους λόγους. Κυρίως γιατί στο αμείλικτο ερώτημα "τι δουλειά θα κάνεις όταν μεγαλώσεις;" από την πρώτη δημοτικού και μετά όλες οι απαντήσεις αφορούσαν επαγγέλματα αυστηρά πανεπιστημιακής μόρφωσης. Επίσης, είτε μας αρέσει ή όχι, όταν και οι δυο γονείς "έχουν σπουδάσει", φαντάζει μάλλον περίεργο το παιδί να μείνει εκτός πανεπιστημίου.

Για την ιστορία την ίδια χρονιά είχα δώσει και εγώ πανελλήνιες. Με 10+ μαθηματικά, ~14 Χημεία & Φυσική και 15 στην έκθεση έμεινα μακριά από τα Τμήματα που είχα δηλώσει. Πέρασα όμως στο "τελευταίο ΤΕΙ" που είχα δηλώσει "για την αναβολή", το οποίο τότε δεν ήταν άλλο από το "Τμήμα Φυτικής Παραγωγής - Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας - ΤΕΙ Κοζάνης - Παράρτημα Φλώρινας". Τι μου έμεινε από αυτό; Μια εξαιρετική εκδρομή στην Φλώρινα για την εγγραφή, η ακτινογραφία θώρακος που ακόμα κοσμεί τον τοίχο στο δωμάτιό μου, τα λιοντάρια στο ζωολογικό κήπο που μάλλον ένιωθαν εντελώς εκτός κλίματος και οι καταπληκτικές Πρέσπες. Θυμάμαι ακόμα και την 'Αννυ από το πρώτο μου φοιτητικό βράδυ - για αυτό όμως μάλλον θα μιλήσω μια άλλη φορά. Ας πω μόνο πως η πρώτη εντύπωση φοιτητικής ζωής δεν επιβεβαιώθηκε από τα πολλά χρόνια που ακολούθησαν.

ΤΕΙ - Deree - Αγγλία ήταν λοιπόν η λύση στο αδιέξοδο. Ο Βασίλης τελικά επέλεξε την Αγγλία.. Έτσι και έγινε λοιπόν: A-levels στο Κολλέγιο την χρονιά 1995-96, εισαγωγή στο Cranfield University, λουκουμάδες για πέντε μέρες στον Ασπρόπυργο τον Σεπτέμβρη του 1996, HND το 1998, BSc το 1999 και MSc το σωτήριο έτος 2000. Χωρίς αμφιβολία λοιπόν, το τέλος του κόσμου που βιώσαμε εκείνο το καλοκαιρινό μεσημέρι του 1995 στις Κουκουναριές της Σκιάθου δεν είχε καμία, μα καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα. Υπάρχει ζωή και μετά τις πανελλήνιες.

Θέλησα να γράψω το άρθρο αυτό λόγω των αποτελεσμάτων των πανελληνίων εξετάσεων που ανακοινώθηκαν πρόσφατα και επειδή πιστεύω βαθιά πως η εθνική παράνοια γύρω από το θεσμό των πανελληνίων και το μαύρο, ένοχο business του φροντιστηρίου είναι από τους σημαντικότερους υπεύθυνους του καταντήματος που βιώνουμε στη χώρα μας εν έτει 2012.

Οι αγρότες κλείνουν τον δρόμο και φωνάζουν "δεν έχουμε να πληρώσουμε τα φροντιστήρια των παιδιών μας". Υπάρχουν οικογένειες με μηνιαίο εισόδημα 800 € που δίνουν 300 € για φροντιστήριο "για το μέλλον των παιδιών τους". Οι τιμές φροντιστηρίου στο Κερατσίνι είναι σε ίδια τάξη μεγέθους με το Κεφαλάρι. Το φροντιστήριο είναι το σημαντικότερο είδος πρώτης ανάγκης στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Έχουμε τρελαθεί όλοι λοιπόν;

Πραγματικά, δεν ξέρω.

Η ερμηνεία που δίνω είναι η ακόλουθη: Πίσω από την παράνοια των πανελλαδικών και του φροντιστηρίου κρύβεται ένα κοινωνικό κοινό μυστικό, ένα ηθικό συμβόλαιο μεταξύ των μιζοκομμάτων και του λαού που δεν έσπασε μέχρι σήμερα: 

Όποιος καταφέρει να μπει στο Πανεπιστήμιο δικαιούται να "αποκατασταθεί". 

Πραγματικά, το μοναδικό παράδειγμα παγκοσμίως μιας "entitlement economy" όπως έλεγε η Founding Chair του G20 Young Entrepreneurs Alliance. Μέρι εκεί έφτασε η χάρη μας. Entitlement economy. Αν έμπαινες στο Πανεπιστήμιο, είχες δικαίωμα στην αποκατάσταση. Αυτό ήταν λοιπόν το Return-on-Investment της ελληνικής οικογένειας: Θα τα σκάσουμε χοντρά για να μπει το παιδί στο Πανεπιστήμιο, μετά όμως θα αποκατασταθεί!

Έτσι ίσως ερμηνεύονται και οι δυο μοναδικές σταθερές στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης:

1. Οι πανελλήνιες είναι αδιάβλητες
2. Κανείς δεν απολύεται από το δημόσιο.

...θυμίζω εξάλλου πως μια φορά το 1979 με τον ανεπανάληπτο Γ. Ράμμο διέρευσαν τα θέματα των πανελληνίων πράγμα που συνετέλεσε τα μέγιστα στην κατάρρευση της τότε κυβέρνησης.

Ένα τελευταίο ζήτημα που θέλω να θίξω, μάλλον το σημαντικότερο από όλα τα παραπάνω, είναι εκείνο του μηχανογραφικού δελτίου. Εκείνου του μηχανισμού δηλαδή που δημιουργεί δυστυχισμένους ανθρώπους. Εδώ και αν μιλάμε για παράνοια! Θυμάμαι πολύ καλά ένα (σχεδόν*) συμφοιτητή μου στο Μαθηματικό Κρήτης που έλεγε την εξής ιστορία: Είχε γράψει πολύ καλά στις πανελλήνιες και ήρθε η ώρα να συμπληρώσει το μηχανογραφικό. "Θα βάλω πρώτη επιλογή το Μαθηματικό!", είπε με χαρά. Αμέσως γονείς, αδέρφια, συγγενείς, καθηγητές, φίλοι, γνωστοί, με ένα στόμα - μια φωνή, έπεσαν πάνω του και φώναζαν! ΕΙΣΑΙ ΤΡΕΛΟΣ; ΘΑ ΒΑΛΕΙΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ; ΑΦΟΥ ΜΕ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΒΑΘΜΟΥΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ! 

Αν αυτό δεν είναι Ο ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ  τότε τι είναι;;;;

Ευτυχώς ο (σχεδόν) συμφοιτητής βρήκε στο θάρρος να τους στείλει όλους στον αγύριστο και να κάνει την επιλογή που ήθελε. Πολύ φοβάμαι πως ήταν μια μικρή μειοψηφία. Με στατιστικά ασφαλές δείγμα, γνωρίζω πως ήταν μια μικρή μειοψηφία.

Δημιουργήσαμε γενιές δυστυχισμένων ανθρώπων. Γενιές νέων που δεν σπούδασαν αυτό που ήθελαν. Γενιές νέων που δεν κυνήγησαν το όνειρό τους. Απλά, έκαναν "αυτό που πρέπει". Έγιναν πολιτικοί μηχανικοί, γιατροί, δικηγόροι, αντί να γίνουν ίσως μαθηματικοί, βιολόγοι, φιλόλογοι ή ότι άλλο επιθυμούσαν. Αντί ακόμα να κάνουν ένα τεχνικό ή ένα αγροτικό επάγγελμα. Ένας κοινωνικά αποδεκτός φασισμός είναι αυτός.

Σε μια ανοιχτή συζήτηση στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών πρόσφατα είπα πως "μόνος δρόμος για να βγούμε από την κρίση είναι να ανακαλύψουμε ξανά τη χαρά της δημιουργίας". Αναγκαία και ικανή συνθήκη για αυτό είναι να δημιουργήσουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που επιτρέπει στους νέους να θελήσουν και να βιώσουν τη χαρά της δημιουργίας. Για να γίνει αυτό, ριζικές, ριζοσπαστικές αλλαγές απαιτούνται σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. 

Σαν "γέφυρα" για επόμενο σχετικό άρθρο - πρόταση, θα πω ότι ένα μεγάλο πρώτο βήμα θα ήταν στην εκπαίδευση να ξαναβρούν οι λέξεις το αυθεντικό νόημά τους.

Ως τη Νίκη, Πάντοτε, Μιχάλη Χαραλαμπίδη

Αγαπημένε Δάσκαλε Μιχάλη Χαραλαμπίδη, Ήταν Ιούνιος του 1996, διάβαζα μαθηματικά για τις πανελλήνιες εξετάσεις της επόμενης μέρας. Στιγμή ιερ...