Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

Ογδόντα έξι

Σήμερα θα γινόσουν ογδόντα έξι ετών. 

Θα περίμενες άραγε να ζήσεις τόσο; Πολλές από τις συμμαθήτριές σου ζούν και είναι σχετικά καλά στην υγεία τους. Μακάρι να τα εκατοστίσουν και να τα ξεπεράσουν, θα είναι ένας τρόπος η μικρή Έλενα να μάθει για σένα από πρώτο χέρι! Σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσες ακόμα να ήσουν μαζί μας. Δεν είσαι όμως, έτσι αποφάσισε ο Θεός, η μοίρα, το σύμπαν ή απλά η τύχη.

Πολλές φορές αναρωτιέμαι τι θα σκεφτόσουν σήμερα. Ξέρω, είναι αδύνατον να το γνωρίζουμε αυτό. Μπορούν όμως να γίνουν κάποιες βάσιμες εικασίες. Θα μπορούσε να ξεκινήσει κάποιος από τις αξίες που καθόρισαν τη ζωή σου. Μεθοδολογικά είναι μάλλον ο πιο σωστός τρόπος, φοβάμαι όμως πως ένας τρίτος μπορεί να μιλήσει καλύτερα για τις αξίες ενός προσώπου απ' ότι το ίδιο του το παιδί. Η αγάπη είναι, κατά κάποιο τρόπο, ένας φακός παραμορφωτικός.

Θα μείνω λοιπόν σε κάτι που σίγουρα γνώριζα: Τι ήταν αυτά που σε απασχολούσαν.

Πρώτα απ' όλα σε απασχολούσαν τα παιδιά σου. Ήθελες να είναι καλά, να τα δεις ευτυχισμένα στις οικογένειές τους και να προοδεύουν. Σε φαντάζομαι χαμογελώντας να μου θυμίζεις το σοφό ρητό του Σόλωνα, όμως θα το ρισκάρω: Νομίζω θα ήσουν ικανοποιημένη.

Μετά σε απασχολούσε ο σύζυγός σου. Ο μπαμπάς μας. Η πάλη με την άνοια είναι άνιση. Πέρα από τον ασθενή, τη βιώνει εξίσου και όποιος τον φροντίζει και, το θυμάμαι καλά, δεν ήθελες να τον φροντίζει κανείς άλλος. Έχω τύψεις γιατί νομίζω πως αυτό τελικά επιδείνωσε την υγεία σου. Όσες φορές κι αν 'τρέξω' και πάλι στο μυαλό μου την εξέλιξη των γεγονότων, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγω: Όσο κι αι έπρεπε να γίνει διαφορικά, όσο κι αν ήταν τεχνικά εφικτό να αναλάβει κάποιος άλλος, δεν θα το επέτρεπες ποτέ (ίσως εδώ να φανερώνεται μια αξία, για τις οποίες μιλούσαμε παραπάνω). Σε κάθε περίπτωση, τα πράγματα εξελίχθηκαν όσο καλά γινόταν. Η απουσία σου έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα, όμως οι καλύτερες δυνατές λύσεις δόθηκαν. Ο μπαμπάς, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, έμεινε μαζί μας έξι ακόμα χρόνια. Ικανοποιημένη εδώ δεν θα ήσουν, ποτέ δεν συμβιβάστηκες με την απώλεια. Θα το καταλάβαινες όμως σίγουρα πως η πραγματικότητα θέτει τα τελικά όρια.

Σε απασχολούσε η ευρύτερη οικογένεια σου, τα αδέρφια και τα ανίψια σου. Εδώ θα σε περίμενε μεγάλη στενοχώρια. Μπορεί να έφυγες πρώτη, όμως και τα αγαπημένα σου αδέρφια επίσης έφυγαν σχετικά νωρίς. Όταν όμως ξεπερνούσες την θλίψη θα το έβλεπες, σε γενικές γραμμές η οικογένεια προοδεύει.

Ερχόμαστε τώρα στα πιο δύσκολα: Σε απασχολούσε πολύ η εκπαίδευση. Τόσο σε όλη τη χώρα όσο και ειδικά στον Ασπρόπυργο. Σίγουρα θα χαιρόσουν με κάποιες επιτυχίες των σχολείων της περιοχής, με κάποιους συναδέλφους σου που ξεπερνούν τους εαυτούς τους φέρνοντας απρόσμενα καλά αποτελέσματα. Όμως οι ήρωες, όσο κι αν είναι θαυμαστοί, δεν αλλάζουν μόνοι τους τη ροή των πραγμάτων. Το συζητούσαμε, αυτές είναι οι εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Η εκπαίδευση στη χώρα μας, μη εξαιρουμένης της γενέτειράς μας, βυθίζεται αργά αλλά σταθερά στην παρακμή. Αυτό θα σε γέμιζε απαισιοδοξία. Νομίζω σε είχε ήδη γεμίσει ήδη, το μακρινό 2011.

Σε απασχολούσαν τέλος δυο βασικότατες έννοιες. Κάποιοι θα τις έλεγαν πολιτικές, εσύ όμως ποτέ δεν χρησιμοποίησες αυτήν τη λέξη. Νομίζω είχες κατακτήσει το προνόμιο να βλέπεις τα πράγματα, τις έννοιες στην ουσία τους, απαλλαγμένα από τους διάφορους "-ισμούς": Η δικαιοσύνη και η ισότητα στις ευκαιρίες.

Υπηρέτησες την εκπαίδευση τριάντα επτά ολόκληρα χρόνια. Τη μισή ζωή σου. Αυτά τα χρόνια, η διαδρομή από τον Ασπρόπυργο, στις Βουκολίες, στην Κάνδανο και στο Πέραμα Μυλοποτάμου, στα Μέγαρα, στην Κερατέα, στην Ελευσίνα και πάλι πίσω στον Ασπρόπυργο, δεν ήταν παρά μια μάχη, ή μάλλον καλύτερα, μια ωδή στη δικαιοσύνη και στην ισότητα των ευκαιριών.

Η δικαιοσύνη ξεκινά από το σχολείο. Εκεί το παιδί χτίζει τα θεμέλιά του για την κατανόηση της κορυφαίας αυτής έννοιας. Αν από το εκπαιδευτικό μας σύστημα απουσιάζει η δικαιοσύνη, αν το παιδί βλέπει να επικρατεί το άδικο, πώς είναι δυνατόν μετά να υπηρετήσει το δίκαιο στην κοινωνία; Όχι, δεν θα το κάνει και δεν θα φταίει για αυτό. Για κάθε συμπολίτη μας που αδικοπραττεί, ευθύνονται πρώτοι κάποιοι δάσκαλοι και κάποιοι καθηγητές.

Το ίδιο, ίσως ακόμα περισσότερο, ισχύει και για την ισότητα των ευκαιριών. Θυμάμαι να μου λες πως δεν μπορούσες να είσαι σημαιοφόρος, παρότι πρώτη σε βαθμολογία, καθώς τη δεκατία του 1950 ακόμα απαγορευόταν στις κοπέλες. Θυμάμαι την περηφάνια σου να λες πως ήσουν η πρώτη από το χωριό μας που πέρασε σε ανώτατη σχολή και ποτέ δεν θα ξεχάσω την περιγραφή της συζήτησης σου με τον παππού μου ώστε εκείνος όντως τελικά να δώσει την άδειά του να σπουδάσεις. Θυμάμαι να μου λες για τα απομακρυσμένα σχολεία στα οποία υπηρέτησες, υπό συνθήκες ακραίες που μόνο στον κινηματογράφο μπορεί να δει κανείς.

Μια ζωή λοιπόν αφιερωμένη στην ισότητα των ευκαριών στη  μόρφωση. Και που φτάσαμε σήμερα, το 2022; Φτάσαμε να χαρακτηρίζει τη γενιά μας η ντροπιαστική ερώτηση "εσείς, σε ποιο σχολείο πηγαίνετε;".

Θα ήσουν, φοβάμαι, απολύτως απογοητευμένη.

Κάποια στιγμή κοντά στο απρόσμενο τέλος απηυδισμένη μου είχες πει: "να φύγετε, δεν γίνεται τίποτα εδώ, έχει χαθεί το παιχνίδι". Σου είχα απαντήσει θυμωμένος πως 'λες βλακείες'. Ότι 'υπάρχουν δυσκολίες', σίγουρα, 'αλλά όλα θα αλλάξουν προς το καλύτερο'. Σήμερα, έντεκα χρόνια μετά, το βλέπω: Ήμουν εντελώς εκτός πραγματικότητας. Το μυαλό μου πάει στους στίχους των Κατσιμιχαίων: "το κόλπο είναι στημένο και στα μέτρα σας". Είχες μεγάλο δίκιο.

Οι σκέψεις αυτές καταλήγουν στο εξής ερώτημα που φαντάζομαι βασανίζει πολλούς: Μπορεί η (όπως και να την ορίσει κανείς) επιτυχία στην ιδιωτική σφαίρα να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας αξιοβίωτης ζωής, την στιγμή που διαλύεται η δημόσια σφαίρα;

Μπορούμε να ζήσουμε στα όμορφα κλουβιά μας, παραδεχόμενοι την ήττα μας στην πόλη, μέσα εν τέλει από τη διάλυση, την κατάρρευση της πόλης; Μπορούμε να υπάρχουν ως πολίτες χωρίς πόλη; Ή μήπως το σύστημα για το οποίο μιλούσαν οι Κατσιμιχαίοι μας κάνει πιόνια σε μια σκακιέρα που παίζουν άλλοι; Μια αόρατη (ενίοτε και ορατή) ολιγαρχία της οποίας δηλώνουμε υπάκουοι υπήκοοι;

Η απάντησή μου είναι σαφής: Όχι, δεν είναι αξιοβίωτη η ζωή αυτή. Ο άνθρωπος είναι ον πολιτικό, έχει ανάγκη τη δημόσια σφαίρα. Η πόλη φέρνει τον πολιτισμό, αυτή μας κάνει πολίτες. Η πόλη, όχι το κλουβί του καθενός! Είμαι βέβαιος πως θα συμφωνούσες.

Θα ήθελα πολύ να κάνουμε αυτήν τη συζήτηση. Είναι μεγάλη η θλίψη που ξέρω ότι δεν θα την κάνουμε ποτέ. Και πάλι όμως, ακόμα και όταν αναρωτιέμαι "τι θα μου απαντούσες" και η απάντηση αυτή με βοηθά να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη, είναι βοήθεια μεγάλη. 

Την οποία βοήθεια πια, έντεκα χρόνια μετά, έχω μάθει να την αποδέχομαι, να τη σέβομαι, μέχρι και να την απολαμβάνω.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Ας βγάλουμε επιτέλους τα παπούτσια!

Σε πολλά ελληνικά σπίτια του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα υπήρχε η συνήθεια κανείς να αφήνει τα παπούτσια του έξω από το σπίτι ή έστω να τα βγάζει μόλις μπει σε αυτό. Ο λόγος ήταν προφανής: Δεν υπήρχε κανείς άλλος τρόπος ώστε το εσωτερικό του σπιτιού να παραμείνει στοιχειωδώς καθαρό, δεδομένης της τραγικής κατάστασης που επικρατούσε στον δημόσιο χώρο: Χωματόδρομοι, λασπόνερα, ακαθαρσίες και πολλά άλλα παρόμοια. Φυσικά αυτό δεν ήταν μόνο ελληνική συνήθεια, κάτι αντίστοιχο συνέβαινε τόσο στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή όσο και περαπέρα. Θα έλεγε κανείς πως ήταν μια απλή εφαρμογή της κοινής λογικής.

Η ταχεία και ανορθόδοξη - δήθεν - αστικοποίηση της χώρας έκανε αυτήν την τόσο υγιεινή συνήθεια να ξεχαστεί. Οι αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες σχεδόν χάθηκαν, οι δρόμοι ασφαλτοστρώθηκαν, τα πεζοδρόμια είναι πλακόστρωτα, υποτίθεται πως το αστικό περιβάλλον πλέον είναι καθαρό. Έτσι πια ο νεοέλληνας όταν ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του δεν το σκέφτεται καθόλου και προχωρά ακάθεκτος με τα παπούτσια του. Ναι, με αυτά που περπατούσε στο μετρό, στον ηλεκτρικό, στις πλατείες και στα πεζοδρόμια της πόλης. Κάνει καλά;

Τον φεβρουάριο του 1998 βρέθηκα στην Στοκχόλμη της Σουηδίας, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα Erasmus. Ήταν μια μαγική εμπειρία που σε μεγάλο βαθμό καθόρισε την εξέλιξη της ζωής μου, τουλάχιστον κοινωνικά και επαγγελματικά. Στο άρθρο αυτό όμως, προφανώς, επικεντρώνομαι σε κάτι πολύ πιο πρακτικό: Στα παπούτσια. 

"Να προσέχετε τις κάλτσες σας", μας είπαν μόλις φτάσαμε. Γιατί εδώ πολύ συχνά θα βγάζετε τα παπούτσια σας στους εσωτερικούς χώρους, οπότε οι κάλτσες θα φαίνονται. Κάναμε πολλά αστεία και βγάλαμε διάφορα ανέκδοτα με τη συμβουλή αυτή. Τελικά όμως είχαν δίκιο: Όντως αρχίσαμε να προσέχουμε περισσότερο τις κάλτσες που φορούσαμε και σίγουρα πολύ συχνά βρισκόμασταν χωρίς τα υποδήματά μας σε εσωτερικούς χώρους, από το σπίτι ενός φίλου μέχρι το γραφείο του καθηγητή στο πανεπιστήμιο.

Λίγο πριν τον ερχομό της κόρης μας στη ζωή αποφασίσαμε να κάνουμε μια ανακαίνιση στο διαμέρισμά μας ώστε να είναι κατάλληλα προετοιμασμένο. Μάλλον μέχρι τότε αρνούμασταν να παραδεχτούμε το πέρασμα του χρόνου και η καθημερινότητά μας είχε μείνει στα φοιτητικά πρότυπα. Κάνοντας λοιπόν αυτήν την ανακαίνιση, αποφασίσαμε να υιοθετήσουμε αυτήν τη συνήθεια: Να βγάζουμε τα παπούτσια μας μόλις μπαίνουμε στο σπίτι.

Στην αρχή ήταν λίγο περίεργο, γρήγορα όμως το συνηθίσαμε. Είναι απολύτως βέβαιο πως η καθαριότητα εντός του διαμερίσματος, τόσο σε απόλυτα μεγέθη όσο και η αίσθηση περί αυτής, είναι ασύγκριτα καλύτερη εάν βγάζεις τα παπούτσια σου μόλις μπαίνεις. Είναι όντως λίγο άβολο να το ζητάς από τους επισκέπτες, με λίγη καλή διάθεση όμως και κάποιες προβλέψεις για να τους διευκολύνεις, όλα κοιλούν όμορφα και όλοι είναι περισσότερο χαρούμενοι.

Αφού λοιπόν μπαίνουμε σε προεκλογική περίοδο και τα κινήματα ανθίζουν, ας ξεκινήσουμε ένα νέο κίνημα: "Βγάζω τα παπούτσια". Είναι πολύ καλύτερα τόσο σε επίπεδο υγιεινής, άνεσης αλλά και, ας το παραδεχτούμε, αισθητικής. Νομίζω πολλοί από εμάς πλέον εφαρμόζουν την καλή αυτή συνήθεια, ας το πούμε λοιπόν δημόσια ώστε να ενθαρρύνουμε και τους υπολοίπους!


Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

Η τελευταία και σημαντικότερη συνεισφορά του Διονύση Σιμόπουλου

Ήμουν στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου όταν μαζί με χιλιάδες άλλα παιδιά και μεγάλους έβλεπα τακτικά ένα υπέροχο τηλεπαιχνίδι στην ΕΡΤ: Κόκκινοι γίγαντες - Άσπροι νάνοι. Το παιδικό μυαλό μου ενθουσιάστηκε, η φαντασία μου γέμισε γαλαξίες, κβάζαρ, αστέρες νετρονίων, σούπερ-νόβα και φυσικά κόκκινους γίγαντες και άσπρους νάνους. Ναι, είχε καθοριστική σημασία που από τόσο νωρίς μας έγινε σαφές ότι οι απαντήσεις για τα υπαρξιακά μας ερωτήματα βρίσκονται στην επιστήμη και όχι στα παραμύθια, είτε φολκλορικά ή θεολογικά.

Αυτή υπήρξε μια από τις πολλές δράσεις του Διονύση Σιμόπουλου, ενός σπουδαίου επιστήμονα που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας. Πολλά έχουν γραφτεί για εκείνον και το πολυσχιδές έργο του στο Πλανητάριο και αλλού. Δεν σκοπεύω να επαναλάβω ούτε να αναμασήσω όλη αυτήν την πληροφορία, η οποία τον τιμά όπως του αρμόζει.

Θέλω να σταθώ σε κάτι που μου κέντρισε το ενδιαφέρον σε κάποιες από τις τελευταίες συνεντεύξεις του, όταν μιλούσε για την ασθένειά του και το γεγονός ότι οι εξελίξεις στην ιατρική επιστήμη του επέτρεπαν να είναι ακόμα μαζί μας ενώ οι αρχικές προγνώσεις του έδιναν πολύ λιγότερο προσδόκιμο (επέτυχε τελικά πολυετή επιβίωση, έναντι αρχικής ολιγόμηνης πρόγνωσης).

Είπε λοιπόν με θάρρος ο Σιμόπουλος: "Είμαι επικούρειος, δεν φοβάμαι τον θάνατο.".

Αυτή η δήλωση, προερχόμενη από έναν κορυφαίο επιστήμονα των ημερών μας και αναφερόμενη στα λόγια του κατά πολλούς κορυφαίου φιλοσόφου της αρχαιότητας (όσο και αν το κατεστημένο προσπαθεί να τον παρουσιάσει ως 'δεύτερης γραμμής', η σχολή του Επίκουρου υπήρξε μάλλον η σπουδαιότερη της ελληνιστικής περιόδου), έχει πραγματικά τεράστια σημασία.

Τολμώ να πω ότι ο Σιμόπουλος με τη δήλωση αυτή έκανε, στη δύση της ζωής του, τη σημαντικότερη συνεισφορά του στον άνθρωπο. Γιατί; Γιατί μας θύμησε που μπορούμε να βρούμε το 'φάρμακο' για την πιο φοβερή ασθένεια, εκείνη του φόβου του θανάτου!

Είχε πει ο Επίκουρος:

Ο θάνατος ουδέν προς ημάς· το γαρ διαλυθέν αναισθητεί· το δ’ αναισθητούν ουδέν προς ημάς.

Δηλαδή:

Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας, γιατί αυτό που αποσυντίθεται δεν έχει αισθήσεις και ό,τι είναι χωρίς αισθήσεις δεν είναι τίποτε για μας.

Η φράση αυτή, η σημαντικότερη ίσως της τετραφαρμάκου, είναι η πεμπτουσία της επικούρειας φιλοσοφίας. Όχι, δεν πρέπει να φοβάται κανείς τον θάνατο. Τίποτα τρομερό δεν υπάρχει σ' αυτόν, επί της ουσίας δεν υπάρχει. Επιστρέφουμε στην ανυπαρξία, στην οποία βρισκόμασταν για δισεκατομμύρια χρόνια πριν τη γέννησή μας.

Ο Επίκουρος, ο πρωτοπόρος και κορυφαίος φιλόσοφος του υλισμού, εδώ και εικοσιτρείς αιώνες μας δείνει τον δρόμο προς τη γαλήνη, την αταραξία. Μας μαθαίνει πως να ξεπεράσουμε τους μεγαλύτερους φόβους μας και πως να ζήσουμε με νόημα. Χρωστάμε όλοι ένα ολόψυχο, μεγάλο ευχαριστώ στον Διονύση Σιμόπουλο που μας το υπενθύμισε!

Επιστρέφουμε!

Νεμέα – Ασπρόπυργος 13 Αυγούστου 2013 Των: Ντίνος Παπαντωνίου Δημήτρης Τσίγκος Κοιτάμε από το παράθυρό μας για να δούμε την πό...