Λένε πως ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Σε εμένα όμως ο πανδαμάτωρ δεν έκανε καλή δουλειά.
Την περασμένη Κυριακή συμπληρώθηκαν 15 χρόνια από τότε που η μητέρα μου, η μαμά μου, η μάνα που αναζητώ σε κάθε μεγάλη δυσκολία, μας άφησε ξαφνικά στα 75 της χρόνια. Παρότι είναι οι γλυκές αναμνήσεις που κυριαρχούν στη μνήμη μου, συχνά εξακολουθώ να ξεχειλίζω από θλίψη και οργή για αυτό που βίωσα ως μία πολύ άδικη απώλεια.
Από την περασμένη Πέμπτη το βράδυ έως την Κυριακή το μεσημέρι είχα την ευλογία - ας μου επιτραπεί η λέξη - να ξαναβρεθώ στο Ηράκλειο με 35 συμφοιτητές μου, 30 χρόνια μετά από την εποχή που φτάσαμε κι εμείς πρωτοετείς στην Κρήτη. Δύσκολα μπορώ να περιγράψω τα συναισθήματα χαράς και πληρότητας που ένιωσα αυτό το τριήμερο, συνυπάρχοντας εκ νέου, συζητώντας και διασκεδάζοντας με πραγματικά υπέροχους ανθρώπους που ήρθαν για τον σκοπό αυτό από την Αμερική, την Ευρώπη και από πολλά μέρη της Ελλάδας. Μια εμπειρία πραγματικά μοναδική και ανεπανάληπτη.
Όταν όμως το μεσημέρι του Σαββάτου αποφάσισα να επισκεφτώ το σπίτι που έμενα στο Μεγάλο Κάστρο (ένα δωμάτιο, για να ακριβολογούμε, βγαίνοντας από το κτήριο το χέρι μου ασυναίσθητα έπιασε το κινητό μου και άρχισε να πληκτρολογεί τον αριθμό του πατρικού μου. Η σφαλιάρα που έφαγα συνειδητοποιώντας τι συμβαίνει ήταν δυνατή και επώδυνη. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυά μου.
Γεννήθηκα το 1977. Ο 17-χρόνος αντάρτης του ΕΛΑΣ Δημήτρης Τσίγκος, ο μεγάλος αδερφός του μπαμπά μου, είχε πέσει στον αγώνα για τη λευτεριά 33 χρόνια νωρίτερα. Πάντα μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πως γίνεται να είμαι σχεδόν σίγουρος ότι τον θείο Μήτσο τον είχα με κάποιο τρόπο γνωρίσει. Τόσο έντονη ήταν η ανάμνηση του, τέσσερις και πέντε δεκαετίες μετά τον θάνατο του.
Πλησιάζοντας πλέον τα 50 μου χρόνια, για ένα πράγμα είμαι σίγουρος:
Το γεγονός ότι συνειδητοποιείς τελικά το μη αναστρέψιμο της απώλειας, το γεγονός ότι στην μνήμη σου κυριαρχούν στιγμές χαράς, δεν σημαίνει πως σε καμία περίπτωση πόνος ξεπερνιέται πραγματικά. Δεν σημαίνει ότι το πένθος τελειώνει. Η θλίψη κρύβεται κάτω από το χαλάκι της ψυχής σου και αργά ή γρήγορα θα σε χτυπήσει οπωσδήποτε. Τόσο όταν το περιμένεις όσο κι όταν δεν το περιμένεις.
Δάκρυσα όταν άκουσα το «Ελένη» στη βάπτιση της κόρης μου. Δάκρυσα όμως κι όταν επισκέφθηκα το φοιτητικό μου σπίτι στο Ηράκλειο. Δεν σε ρωτά ο πόνος πότε θα αναδυθεί στην επιφάνεια.
Οι δυνάμεις μας είναι ακόμα μικρές, όμως θα μεγαλώσουν. Η μέριμνα μας πρώτα για τα φιλολογικά μαθήματα στα σχολεία του Ασπροπύργου και στη συνέχεια για όλους τους τόπους στους οποίους υπηρέτησε η Ελένη Μπουγιατιώτου - Ελευσίνα, Μέγαρα και Κερατέα στην Αττική αλλά και Βουκολιές, Κάνδανος και Πέραμα στην Κρήτη - θα είναι σταθερή, συνεπής και αυξανόμενη.
Μέχρι τότε βρίσκω μεγάλη παρηγοριά στη βεβαιότητά μου ότι η Ελένη Μπουγιατιώτου θα ενθουσιαζόταν με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ενίσχυσης της παιδείας στην Ελλάδα, ειδικά σε ότι έχει να κάνει με την γλώσσα. Η βεβαιότητα εκείνη νοηματοδοτεί την προσπάθεια αυτή, σε σημαντικό βαθμό μου προσφέρει αντίβαρο στον πόνο και την θλίψη.
Πίστη, Λόγος και Αγάπη.
.png)