Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2019

Το τέρας, το brain drain και η δημοκρατία

“ Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει”
— Μάνος Χατζιδάκις

Τα γεγονότα της περασμένης Τετάρτης 18 Δεκεμβρίου με έχουν αφήσει εμβρόντητο, όπως θα έπρεπε να έχουν κάνει και σε κάθε δημοκρατικό πολίτη που αντιλήφθηκε τι συνέβη.

Δεν είναι τόσο το ίδιο το κρούσμα αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, όσο αυτό που ακολούθησε. Είδαμε έκπληκτοι να δουλεύει μια πανίσχυρη μηχανή ολοκληρωτικής προπαγάνδας η οποία δεν δίστασε να διαλύσει των υπόληψη μιας ευυπόληπτης αστικής οικογένειας απλά και μόνο για να μην αμαυρωθεί το κυβερνητικό αφήγημα περί νόμου και τάξεως και να μην απομειωθεί στο παραμικρό το πολιτικό κεφάλαιο του κ. Πρωθυπουργού και του κ. Υπουργού Προστασίας του Πολίτη.

Καθώς από μια σειρά συμπτώσεων είμαι σε θέση να γνωρίζω τα πραγματικά γεγονότα, αυτό που συνέβη πάνω κάτω είναι το εξής:

- Η οικογένεια Ινδαρέ συμβαίνει να ζει δίπλα σε ένα κτήριο που συχνά καταλαμβάνεται από συμπολίτες μας που προσδιορίζονται ως αναρχικοί ή / και αντιεξουσιαστές.
- Κατά καιρούς η ελληνική αστυνομία επεμβαίνει και διαλύει την κατάληψη.
- Είναι σαφές δηλαδή ότι επιχείρηση σαν εκείνη της 18ης Δεκεμβρίου σίγουρα δεν συνέβη για πρώτη φορά και, πιθανότατα, ούτε και για τελευταία.
- Δεδομένου λοιπόν του ότι οι καταληψίες συχνά εκδιώκονται και μετά από λίγο επανέρχονται στο κτήριο, είναι πολύ λογικό ότι η γειτονική οικογένεια επιθυμεί να είναι αποστασιοποιημένη από την εν λόγω διαμάχη (καταληψιών - αστυνομίας), τόσο πολιτικά όσο και επιχειρησιακά.
- Αυτή η επιθυμία της οικογένειας (που κάνει ακριβώς ότι θα έκανε και ο συγγραφέας του άρθρου και πιθανότατα η πλειοψηφία των Ελλήνων) εκφράζεται μέσα από την τήρηση του νόμου, μέσα από την προστασία του συνταγματικά κατοχυρωμένου αγαθού του οικογενειακού ασύλου.
- Οι καταληψίες σεβάστηκαν το συνταγματικά κατοχυρωμένο αυτό δικαίωμα. Η ελληνική αστυνομία από την άλλη μεριά, όχι.
- Εκείνο το πρωί, οι αστυνομικοί ζήτησαν να διέλθουν μέσα από την παρακείμενη οικία. Η οικογένεια είπε πως για να το επιτρέψει αυτό, απαιτείται η γραπτή εντολή που ορίζει ο νόμος. Η εντολή δεν υπήρχε και οι αστυνομικοί αποχώρησαν.
- Μετά από λίγο η οικογένεια αντιλήφθηκε ότι οι αστυνομικοί ήταν στην ταράτσα τους. Όταν πήγε και τους ζήτησε να αποχωρήσουν, ως ήταν απόλυτο δικαίωμα της, τα όργανα της τάξεως δεν δίστασαν να τους σαπίσουν στο ξύλο και να τους συλλάβουν με κατασκευασμένες κατηγορίες δήθεν αντίστασης, επίθεσης και άλλων τέτοιων γραφικοτήτων.
- Όπως ακριβώς δηλαδή γινόταν επί δικτατορίας και στη διάρκεια των μαύρων δεκαετιών του '50 και του '60.
- Πολύ χειρότερα, όλη την επόμενη μέρα ταλαιπώρησαν απίστευτα τη συλληφθείσα οικογένεια τόσο μη παρέχοντας την αναγκαία περίθαλψη για τα τραύματα τους όσο και απαγορεύοντας και στη συνέχεια δυσχεραίνοντας ποικιλοτρόπως την επικοινωνία με τους δικηγόρους της.
- Κάπως έτσι φτάσαμε να αναρωτιόμαστε αν ζούμε στην Ελλάδα ή στη Χιλή, στην Αθήνα ή στο Σαντιάγκο.

Εκεί που την 'πάτησε' το σύστημα, εκεί που έγινε η τεράστια γκάφα που απεκάλυψε την αλήθεια, ήταν όταν μαθεύτηκε ποια ήταν η οικογένεια Ινδαρέ. Έτυχε λοιπόν να μιλάμε για μια αστική, μετριοπαθή οικογένεια, με λαμπρές επαγγελματικές, επιστημονικές και καλλιτεχνικές περγαμηνές και μακραίωνη ιστορία (πρόγονος της οικογένειας ήταν γνωστός αγωνιστής του '21).

Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν έχουν πολλούς και ισχυρούς φίλους σε όλο το πολιτικό φάσμα. Έτσι ταχύτατα απλώθηκε ένα ισχυρότατο κύμα συμπαράστασης και πολυεπίπεδης υποστήριξης, που οδήγησε στην απελευθέρωση της οικογένειας την επόμενη μέρα και στη δημοσιοποίηση των στοιχείων του ξυλοδαρμού και των άλλων δεινών που υπέστησαν. 

Είναι χαρακτηριστικό πως ο πατέρας της οικογένειας αναγκάστηκε να φτάσει στο σημείο να μιλήσει για τις πολιτικές του απόψεις και να τονίσει ότι διαφωνεί με τους αναρχικούς. Γράφτηκε πως ο πατέρας είπε ότι στις εκλογές της 7ης Ιουλίου ψήφισε το κόμμα που είναι στην κυβέρνηση και δεν είδα κάποια διάψευση. 

Αναρωτιέται κανείς λοιπόν εύλογα: Αν ο κ. Δημήτρης Ινδαρές αντί για Νέα Δημοκρατία είχε ψηφίσει ΑΝΤΑΡΣΥΑ, θα είχε λιγότερα δικαιώματα; Πολύ περισσότερο, αν, όπως εκατομμύρια άνθρωποι ανά τον κόσμο, είχε γοητευτεί κι εκείνος από τα πανανθρώπινα μηνύματα του Μπακούνιν και του Κροπότκιν, τι θα σήμαινε αυτό για την αντιμετώπιση του από την ελληνική αστυνομία; Θα ήταν άραγε εκ προοιμίου ένοχος; Αφήνω τέλος ως ρητορικό το ερώτημα του τι θα συνέβαινε εάν στη θέση της οικογένειας Ινδαρέ βρισκόταν η οικογένεια του "ψυκτικού από το Περιστέρι" για τον οποίο τόσος λόγος είχε γίνει προεκλογικά...

Θέλω να επισημάνω όμως πως το πιο σημαντικό που πρόβλημα στην περίπτωση αυτή δεν είναι η ίδια η αστυνομική βία – «αδερφή του κράτους ήταν πάντα η βία», λένε εύστοχα οι Social Waste. Αυτή υπήρχε πάντα και θα υπάρχει πάντα. Εναπόκειται στην κοινωνία να δημιουργεί θεσμούς που την ελέγχουν και την περιορίζουν. 

Το τρομακτικό της υπόθεσης είναι το propaganda machine. Έτυχε να δω ειδήσεις στην τηλεόραση εκείνο το βράδυ και δεν πίστευα στα μάτια μου. Τόσα χοντροκομμένα ψέματα, τόση μονόπλευρη πληροφόρηση, πλήρης απουσία οποιασδήποτε δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Τα απολυταρχικά καθεστώτα πρέπει να είναι περήφανα για τα standards που έχουν δημιουργήσει.

Το επόμενο πρωί, όταν πια το ψέμα δεν μπορούσε να κρυφτεί, ο κ. Υπουργός Ανάπτυξης αναρωτιόταν στα τηλεοπτικά πάνελ «γιατί ζήτησε εισαγγελική εντολή ο κ. Ινδαρές; Τι είχε να κρύψει; Ένας νομοταγής πολίτης αφήνει την αστυνομία να περάσει.».

Σοβαρά τώρα; Έρχονται στις έξι το πρωί κάποιοι κουκουλοφόροι με διακριτικά της αστυνομίας χωρίς χαρτιά και τους αφήνεις να μπουν στο σπίτι σου χωρίς να ξέρεις ποιοι είναι και γιατί θέλουν να περάσουν; Μάλλον νομίζει ότι ζει στη ΛΔΒΚ ο κ. Υπουργός. Δυστυχώς όμως για εκείνον η Ελλάδα είναι έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, απ' όσο ξέρω, στην Ένωση αυτή οι πολίτες, ο λαός συνολικά, έχουν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα.

Το πιο αστείο βέβαια ήταν όταν ο κ. Υπουργός Προστασίας του Πολίτη είπε ότι «σέβεται τον κ. Ινδαρέ ως πατέρα που προσπάθησε να προστατεύσει τα παιδιά του» (τα οποία δήθεν ήταν στην κατάληψη). Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο των Ελλήνων διαβάζοντας τη δήλωση αυτή... Τόσος σεβασμός που κυριολεκτικά τον σάπισαν στο ξύλο τον άνθρωπο.

Το τραγικό όμως, το πραγματικά εκφοβιστικό, είναι να βλέπει κανείς την αποτελεσματικότητα της προπαγανδιστικής μηχανής. Είδα πολλούς κατά τεκμήριο έξυπνους και μετριοπαθείς ανθρώπους να πέφτουν θύματα της. «Δεν μπορεί, κάτι θα έκαναν κι εκείνοι», σκέφτηκαν πολλοί. «Μήπως τα παιδιά ήταν όντως στην κατάληψη;» αναρωτήθηκαν άλλοι. Το μικρόβιο της αμφιβολίας είχε διαδοθεί.

Διανύουμε τον δωδέκατο χρόνο κρίσης στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα ποτέ, ούτε για μια στιγμή, δεν σκέφτηκα να φύγω από την χώρα. Τώρα όμως, πρώτη φορά, σκέφτομαι πολύ σοβαρά αυτό το ενδεχόμενο.  Όχι, δεν θέλω να ζω σε μια χώρα που στις έξι το πρωί Πάνοπλοι αστυνομικοί εισβάλλουν στο σπίτι μου, με σαπίζουν στο ξύλο, με συλλαμβάνουν με μια κατασκευασμένη κατηγορία, δεν με αφήνουν να δω τον δικηγόρο μου και, το χειρότερο, τίθεται σε λειτουργία μια πανίσχυρη προπαγανδιστική μηχανή που εν τέλει πείθει την κοινή γνώμη ότι «κάτι θα είχα κάνει κι εγώ».

Αν κάποιος λοιπόν είναι στοιχειωδώς σοβαρός με το λεγόμενο brain drain, ας γνωρίζει ότι το κράτος δικαίου είναι το απολύτως απαραίτητο για τους δημιουργικούς ανθρώπους για αυτό και εκείνοι για δεκαετίες συνέρεαν στις δημοκρατίες της δυτικής Ευρώπης και της βόρειας Αμερικής.

Κλείνω το άρθρο αυτό θέτοντας ένα ερώτημα που επιτακτικά ζητά να απαντηθεί: Όταν η εξουσία διαθέτει τέτοιους πανίσχυρους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς, μπορεί η δημοκρατία πραγματικά να λειτουργήσει όπως την γνωρίζαμε; Όταν σε λίγο καθένας μας στο κινητό του θα βλέπει μια διαφορετική εκδοχή των "ειδήσεων", όταν πια ακόμα και η προπαγάνδα θα είναι προσωποποιημένη, σε ποια βάση θα γίνεται ο δημόσιος διάλογος; Σε ποιο έδαφος πρώτα απ' όλα θα καλλιεργούνται οι πολιτικές απόψεις; 

Είναι μια τεράστια πρόκληση για τη δημοκρατία μας, τις πραγματικές διαστάσεις της οποίας μόλις που αρχίζουμε να φανταζόμαστε. Προσπαθώ να είμαι πάντα αισιόδοξος, στο συγκεκριμένο θέμα όμως τα υφιστάμενα δεδομένα δεν βοηθούν καθόλου.

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2019

Για τον Γιάννη Καραμπάση

Τον Μάρτιο του 2001 βρέθηκα στην Πάτρα ερχόμενος από το Ηράκλειο και κάναμε μια πρώτη συνάντηση με τον Σάκη Παπαγγελή για πιθανή συνεργασία. Από τη συνάντηση αυτή προέκυψε η ιδέα για το "e-Φροντιστήριο" που αργότερα μας έδωσε το eFront, and the rest is history.

Για να μπορέσει να προχωρήσει όμως αυτή η ιδέα και να γραφτεί αυτή η ιστορία, υπήρξαν διάφοροι άνθρωποι που έπαιξαν τον ρόλο του καταλύτη. 

Τα πράγματα έχουν περίπου ως εξής: Στο Ηράκλειο είχαμε εγκατασταθεί στο Επιστημονικό & Τεχνολογικό Πάρκο Κρήτης. Πριν πάω στην Πάτρα έκανα μια μικρή έρευνα και είδα με κάποια έκπληξη ότι υπάρχει εκεί το Επιστημονικό Πάρκο Πατρών, ένας παρόμοιος οργανισμός. Τους έστειλα email και μου απάντησε άμεσα ο Διευθυντής του Πάρκου. Λεγόταν Γιάννης Καραμπάσης.

Τον Γιάννη θυμάμαι ότι τον επισκέφτηκα στο γραφείο του στο ΕΠΠ (για όσους ξέρουν την Πάτρα είναι κοντά στο Πανεπιστήμιο, πίσω από το νοσοκομείο), αμέσως μετά τον καφέ που ήπιαμε με τον Σάκη στο κέντρο της Πάτρας. Του είπα την ιδέα, του φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα. Μου είπε πως υπήρχε ένα νέο πρόγραμμα της ΓΓΕΤ που λεγόταν "Πράξε-Α" και θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την ιδέα μας.

Είπαμε να μείνουμε σε επαφή, όπως και κάναμε. Συναντιόμασταν είτε στην Πάτρα ή στην Αθήνα οι τρεις μας και μας βοηθούσε πολύ κάνοντας αυτό που σήμερα θα λέγαμε mentoring and/or coaching. Κάποια μέρα με πήρε τηλ και μου είπε ότι "την έγραψε εκείνος την πρόταση στη ΓΓΕΤ" και "δεν είναι κακή ιδέα να την υποβάλλουμε", πράγμα που και κάναμε. Η πρόταση εγκρίθηκε και έτσι πήραμε μια χρηματοδότηση περίπου €20.000, η οποία μας έδωσε την πρώτη υποτυπώδη έκδοση του eFront.

Αργότερα, στις αρχές του 2003, καθώς ο Γιάννης πια είχε μετακομίσει στην Αθήνα, συζητούσαμε για αυτό που σήμερα θα λέγαμε "go to market strategy" του e-Φροντιστηρίου. Μας πρότεινε να κάνουμε ένα web site που θα έχουμε περιεχόμενο από γνωστούς συγγραφείς που θα μιλούσαν για την εκπαίδευση. Έλεγε πως αν είχαμε καλό περιεχόμενο, το site αυτό θα είχε πολλούς επισκέπτες και κάποιους από αυτούς θα μπορούσαμε να τους 'προωθήσουμε' στο eFront (νομίζω σήμερα αυτό το λέμε content marketing). Μας πρότεινε τέλος αυτό το site να το ονομάσουμε 'Επίγνωσις', για προφανείς λόγους. Το site δεν έγινε ποτέ, όπως ούτε το e-Φροντιστήριο, όμως νομίζω όλοι ξέρουμε ότι η 'Επίγνωσις' τελικά όντως δημιουργήθηκε.

Το 2004 συζητώντας με τον Γιάννη μας μίλησε για το EBAN (www.eban.org) και μας εξήγησε τι σημαίνει business angel & venture capital. Τον Nοέμβριο του 2004 οργανώσαμε μαζί την εκδήλωση "ΠΡόΣΩ", που ήταν από τις πρώτες (σίγουρα οι πρώτη από ιδιώτες) στην Ελλάδα για την αξιοποίηση ερευνητικών αποτελεσμάτων μέσω ίδρυσης 'τεχνοβλαστών', δηλαδή spin-off & spin-out επιχειρήσεων.


Αργότερα ο Γιάννης μας βοήθησε για δυο χρόνια ως σύμβουλος διοίκησης τόσο στην Επίγνωσις όσο και στη vtrip όσο και στις υπόλοιπες εταιρείες, πολλές φορές με καθοριστική συμβολή, όπως για παράδειγμα στο έργο των διαβατηρίων. 

Από το 2007 και μετά οι δρόμοι μας χώρισαν, μείναμε όμως πάντα σε επαφή και είχαμε άριστες σχέσεις. Τα τελευταία χρόνια μιλούσαμε δυο - τρεις φορές τον χρόνο για μια αμοιβαία ενημέρωση. Χαιρόταν πολύ και ήταν περήφανος για την Επίγνωσις και συνολικά για τον οργανισμό που δημιουργήσαμε.

Του τηλεφώνησα τον Σεπτέμβριο για να τον καλέσω σε ένα από τα Open Q&A μας. "Έχω μπει ξανά στο νοσοκομείο, Δημήτρη" μου λέει. "Υπάρχει μια μικρή επιπλοκή, πρέπει να εγχειριστώ ξανά". Τον ρώτησα πως νιώθει, μου είπε "ξέρω ότι είναι δύσκολη επέμβαση, δεν έχω άλλη επιλογή όμως, οπότε θα την κάνω και όλα θα πάνε καλά". Του ευχήθηκα περαστικά και είπαμε να μιλήσουμε "σε κανένα μήνα" για να κανονίσουμε πότε θα έρθει να μας μιλήσει.

Κάποια στιγμή στα τέλη Νοεμβρίου όμως έμαθα ότι μετά την εγχείρηση ο Γιάννης προσβλήθηκε από μια ενδονοσοκομειακή λοίμωξη η οποία εν τέλει αποδείχθηκε μοιραία. Μας άφησε τον Οκτώβριο σε ηλικία 68 ετών.

Είναι πολύ περίεργο όταν κοιτάς 15 και 20 χρόνια πίσω και βλέπεις τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξαν άνθρωποι που βρέθηκαν εντελώς τυχαία στον δρόμο σου. Είναι ακόμα πολύ διδακτικό να βλέπεις ότι άνθρωποι που - το καταλαβαίνεις δεκαετίες μετά - ήταν αναμφίβολα μπροστά από την εποχή τους, σπανίως προλαβαίνουν να ανταμειφθούν για αυτό. Είναι τέλος πολύ δύσκολο να μαθαίνεις ότι έναν άνθρωπο που μπορούσες πάντα να του ζητήσεις μια χρήσιμη συμβουλή σε κάποιο κρίσιμο ζήτημα, γνωρίζοντας ότι θα λάβεις μια σοβαρή και καλοπροαίρετη απάντηση, δεν θα μπορέσεις να τον ξαναδείς.

Θέλω να κλείσω το άρθρο αυτό λέγοντας ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Γιάννη Καραμπάση, καθώς έπαιξε έναν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή μας. Οι σκέψεις μου είναι τώρα με τους δικούς του ανθρώπους, στους οποίους λείπει πολύ.

Παράλληλα, θέλω να προτείνω σε όλους να είμαστε ιδιαίτερα ευγνώμονες προς ανθρώπους που είναι γύρω μας, τόσο οικογένεια, όσο φίλους και συνεργάτες. Ας προσπαθούμε όσο μπορούμε να τους βοηθούμε και οπωσδήποτε να τους ευχαριστούμε πάντοτε για τη βοήθεια που μας δίνουν. Δεν ξέρω εάν τελικά μένει τίποτα άλλο στη ζωή, πέρα από αυτό το συναίσθημα ευγνωμοσύνης.

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2019

Αθήνα ή Σαντιάγκο;

Κάποιος να πει στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ότι η Ελλάδα δεν είναι Χιλή. 

Ζούμε  στην Αθήνα, όχι στο Σαντιάγκο.

Όσα συνέβησαν σήμερα στο Κουκάκι είναι δραματικά. Τα ψέματα που ειπώθηκαν για να καλύψουν την γκάφα των ΜΑΤ είναι ακόμα χειρότερα. 

Αν υπάρχει κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. 

Αν υπάρχει δικαιοσύνη, πρέπει να προστατεύσει τους συμπολίτες μας που έπεσαν θύματα άδικης και απολύτως αχρείαστης αστυνομικής βίας. 

Άραγε ζούμε στον εμφύλιο; Ζούμε στις μαύρες δεκαετίες του '50 και του '60; Άραγε το ξέπλυμα των ταγμάτων ασφαλείας από τέως πρωθυπουργούς είναι αποτέλεσμα ατόφιας βλακείας ή τμήμα σχεδίου; 

Ζούμε μήπως την ολική επαναφορά του παρακράτους της ΕΡΕ, Κυριακή απόγευμα στον Ασπρόπυργο και Τρίτη πρωί στο Κουκάκι; 

Αν υπάρχει λαός, πάνω απ' όλα, πρέπει να αντιδράσει. 

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

Ποιο είναι το σύνθημα που όλους μας ενώνει;

Η Ελληνική Αστυνομία δεν είναι ένας τυχαίος οργανισμός. Είναι μια συλλογική οντότητα που έχει παίξει συγκεκριμένο ρόλο στη σύγχρονη ιστορία της χώρας.

Κάποια ερωτήματα:

— Τι έκανε η ελληνική αστυνομία στη διάρκεια της κατοχής;
— Τι έκανε η ελληνική αστυνομία στη διάρκεια του εμφυλίου;
— Τι έκανε η ελληνική αστυνομία την περίοδο του βιασμού της ελληνικής δημοκρατίας, 1949-1967;
— Τι έκανε η ελληνική αστυνομία την επταετία των συνταγματαρχών;

Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η ελληνική αστυνομία προστάτευσε ή καταπίεσε και βασάνισε τον ελληνικό λαό;

Καθότι το ερώτημα είναι δυστυχώς ρητορικό και είναι ιστορικό δεδομένο ότι η ελληνική αστυνομία υπήρξε όργανο καταπίεσης και βασανισμού χιλιάδων Ελλήνων δημοκρατών, προκύπτει ένα απλό ερώτημα:

Έχει ζητηθεί μια θεσμική συγγνώμη; 

Έχει βγει ποτέ ο κ. Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας να απολογηθεί προς τα χιλιάδες θύματα καταπίεσης και βασανισμών των περασμένων δεκαετιών, εκ μέρους του οργανισμού του οποίου ηγείται; 

Πολλά από τα θύματα είναι ακόμα εν ζωή, ενώ για όσους δεν είναι, τα προσφιλή τους πρόσωπα θα νιώσουν σίγουρα μεγάλη συναισθηματική ανακούφιση. 

Προσωπικά δεν έχω ακούσει ούτε διαβάσει για μια τέτοια επίσημη συγγνώμη. Αν κάποιος αναγνώστης του άρθρου έχει, παρακαλείται θερμά να με ενημερώσει. 

Τέλος, με θλίψη μεγάλη, αναρωτιέμαι, τι γνώμη έχει ο μέσος πολίτης σήμερα για τη διαπλοκή της ελληνικής αστυνομίας με το οργανωμένο έγκλημα; Ακούμε κάθε τόσο για συμμετοχή αστυνομικών σε διάφορα κυκλώματα ή όχι; Έχουν γίνει κινήσεις εκκαθάρισης του σώματος; 

Ας πάψει η υποκρισία λοιπόν. Σε μια σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία η αστυνομία είναι σύμμαχος του λαού, είναι ομάδα προστασίας καθενός από εμάς και για αυτόν το λόγο δικαιούται του σεβασμού, του θαυμασμού και της διαρκούς υποστήριξης κάθε πολίτη.

Όλα αυτά όμως για την  ελληνική αστυνομία παραμένουν δικαιώματα και προνόμια που πρέπει να κατακτηθούν. 

Δυστυχώς, ιδιαίτερα με όσα βλέπουμε και διαβάζουμε τελευταία, ο δρόμος φαίνεται να είναι ακόμα μακρύς. 

Μια καλή ιδέα

Έρχονται οι άγιες μέρες των Χριστουγέννων. Τώρα λοιπόν που πλησιάζει η γέννηση του Θεού της Αγάπης, έχω μια καλή ιδέα:

Να ζητήσουν συγγνώμη οι ταγματασφαλίτες, οι χουντικοί και οι συνοδοιπόροι τους, χωρίς "ναι μεν, αλλά" και χωρίς συμψηφισμούς. 

Λίγοι από τους πρώτους ζουν ακόμα. Ας κάνουν την υπέρβαση στη δύση της ζωής τους. 

Από τους δεύτερους, βρίθει η πολιτική ζωή... Εκπροσωπούνται ακόμα και στο υπουργικό συμβούλιο. 

Να ζητήσουν μια ειλικρινή συγγνώμη. Είναι βέβαιο πως ο ελληνικός λαός θα τους συγχωρέσει και θα μπορέσουμε, επιτέλους, να προχωρήσουμε ενωμένοι. 

Θα είναι ένα βήμα πολιτικού πολιτισμού, ένα βήμα μεγαλοψυχίας, ένα βήμα αγάπης. 

Αλλιώς η μαυρίλα, μαύρη σαν τους χίτες και τους ταγματασφαλίτες, θα πλανάται για πάντα πάνω από την ελληνική κοινωνία.