Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

Να βάλουμε τέλος στην ακαδημία του ρουσφετιού, του βύσματος & της διαφθοράς!

Ήταν καλοκαίρι του 2000 όταν πήραμε την απόφαση να ιδρύσουμε τη Virtual Trip. Δυο από τους συνιδρυτές «ήμασταν του ‘77», οπότε η αναβολή μας τελείωνε 31 Δεκεμβρίου 2003, δηλαδή τριάμισι χρόνια μετά. Φάνταζε ούτως ή άλλως πολύ μακριά για να το σκεφτούμε σοβαρά ενώ η γνώση ότι όλο και κάποιο μεταπτυχιακό θα κάναμε για να πάρουμε επιπλέον αναβολή καθιστούσε τη σημασία του θέματος ακόμα χαμηλότερη. Για την ιστορία, τότε η θητεία πρέπει να ήταν 18 μήνες στον Στρατό Ξηράς και περισσότερους από 20 σε Αεροπορία και Ναυτικό.

Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί πως ήταν δυνατό να μην υπήρχαν πολλοί πριν από εμάς. Δεν ήταν δα και τόσο πρωτοποριακή η ιδέα να «κάνεις εταιρεία» στα 22 σου χρόνια. Συνήθως η εξήγηση που δίνεται αφορά την εμμονή στην εργασιακή ασφάλεια, στην προστασία από τον αόρατο εχθρό. Στην, τόσο ψεύτικη ως αποδείχτηκε, «εξασφάλιση». Δεν ήταν μόνο αυτό όμως. Η φράση «να ξεμπερδέψεις με τον στρατό» ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Κανένα σοβαρό σχεδιασμό δεν μπορούσες να κάνεις σαν φοιτητής όταν ήξερες πως αργά ή γρήγορα θα πρέπει να γίνεις αγγαρειομάχος και σκοπάνθρωπος. Ευτυχώς, οι ιδρυτές της Virtual Trip απλά αγνοήσαμε την πραγματικότητα αυτή. Η μεγάλη όμως πλειοψηφία έκανε και κάνει εντελώς το αντίθετο.

Ο Δεκέμβρης του 2003 ήρθε πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα. Τα τριάμισι αυτά χρόνια πέρασαν «σαν μια στιγμή». Είχα δει εκείνο το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ΟΠΑ που λεγόταν «Επιστήμες των Αποφάσεων». Ωραίος τίτλος, σίγουρα, οπότε παράλληλα με την προσφορά part-time προγράμματος που μου επέτρεπε να μην χάνω πολύ χρόνο από τη Virtual Trip γινόταν ιδανική περίπτωση. Τα 10.000 € πού κόστιζε τότε αποτελούσαν ένα σοβαρό  πρόβλημα, ξεπεράστηκε όμως τελικά. Όπως μου είπε ένας φίλος χαρακτηριστικά, «ο τζάμπας στην αναβολή είχε πεθάνει προ πολλού».

Ξέρω ότι ακούγεται τραγικό να κάνει κάποιος μεταπτυχιακό για να πάρει την αναβολή. Ακούγεται τραγικό και είναι τραγικό. Είναι όμως η πραγματικότητα. Ευτυχώς ήμουν από τους τυχερούς: Είχαν μεσολαβήσει σχεδόν τέσσερα χρόνια εργασίας όταν ξεκίνησα το μεταπτυχιακό μου. Για τους περισσότερους όμως δεν είναι έτσι. Η αναβολή είναι ένα ισχυρότατο κίνητρο να κάνεις μεταπτυχιακό αμέσως μετά το πτυχίο, πολλές φορές στο ίδιο ακαδημαϊκό περιβάλλον, αναιρώντας δυστυχώς κάποιες από τις βασικές προϋποθέσεις επιτυχίας που είναι η ενδιάμεση επαγγελματική εμπειρία και η γνωριμία με ένα νέο ερευνητικό & ακαδημαϊκό οικοσύστημα.

Στη δική μου περίπτωση το πρόγραμμα σπουδών στο μεταπτυχιακό ήταν αντικειμενικά καλό και σύντομα κατάλαβα πως το να το κάνεις  αυτό «για την αναβολή» ήταν σαν να σκοτώνεις μύγα με μπαζούκας. Σε κάθε περίπτωση καθόλου δεν το μετάνιωσα,  το αντίθετο θα έλεγα. Έτσι, με την εξαιρετική εμπειρία ενός μεταπτυχιακού παράλληλα με τη διεύθυνση ενός startup στη φάση ανάπτυξής του, πήρα και δυο χρόνια αναβολή ακόμα. Η νέα μαγική ημερομηνία ήταν 31 Δεκεμβρίου 2005.

Όπως μάλλον μαντέψατε και αυτά τα δυο επιπλέον χρόνια πέρασαν πολύ  γρήγορα. Χάρη στο MBA International, όπως μετονομάστηκε στην πορεία των σπουδών μου το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Decision Sciences, πρακτικά μετακόμισα στην Αθήνα (άσχετα αν τελικά ξενοίκιασα στο Ηράκλειο τον Αύγουστο του 2010…), βοηθώντας σημαντικά τη Virtual Trip που ήταν τότε σε μια φάση δυναμικής ανάπτυξης  – προσωπικού , κύκλου εργασιών αλλά και υποχρεώσεων.

Το σχέδιο «Δρ. Τσίγκος» προέβλεπε πως οι σπουδές για διδακτορικό δίπλωμα θα έδιναν μια νέα μαγική ημερομηνία: 31 Δεκεμβρίου 2008. Ήμουν άτυχος όμως καθώς, ευτυχώς για την επιστήμη και την αξιοπρέπεια μου, ο Γιάννος είχε αλλάξει τον νόμο. Για να μπορούσες πια να πάρεις αναβολή για διδακτορικό, θα έπρεπε να το έχεις τελειώσει μέχρι τα 30 σου, άρα για μένα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2007. Δεδομένου ότι ήμασταν ήδη στις αρχές του 2006 και ότι τα «ΙΕΚ Τάπερμαν» δεν είχαν ξεκινήσει ακόμα να δίνουν διδακτορικά, σύντομα παραιτήθηκα των προσπαθειών να γίνω Διδάκτορας στο χρόνο ρεκόρ των 18 μηνών. Με τρεις απέλπιδες προσπάθειες σε Χανιά, Τρίπολη και …Τιμισοάρα, το σχέδιο «Δρ. Τσίγκος» μπήκε οριστικά (;) στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Η 31η Δεκεμβρίου 2005 ήταν λοιπόν η ημέρα που έληξε η αναβολή μου και λίγο αργότερα, αφού δεν ανταποκρίθηκα στις προσκλήσεις του Ελληνικού Στρατού, κηρύχθηκα ανυπότακτος.  Στη συνέχεια, τον Οκτώβρη του 2006, στο όνομα του Ελληνικού Λαού μου απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα, πράγμα που τελικά πληροφορήθηκα σε μια σχεδόν κινηματογραφική σκηνή το καλοκαίρι του 2007 στη Χίο.

Τότε, προσπαθώντας να περάσω με το καραβάκι απέναντι στον Τσεσμέ και αφού πρώτα οι ελεγκτές στα σύνορα μου είπαν ένα χαλαρό «περάστε», είδα έναν αστυνομικό με αγωνία να με ρωτά «αν είμαι του Γεωργίου & της Ελένης» και με την καταφατική απάντησή μου να μου λέει απλά «παρακαλώ περάστε σε εκείνο το δωμάτιο και περιμένετε».  Κάποια στιγμή στο μέλλον θα περιγράψω αναλυτικά το περιστατικό αυτό, αυτήν τη φορά θα περιοριστώ να πω ότι πέρασα 90 λεπτά αγωνίας – τόσο με άφησαν να περιμένω μόνος μου σε ένα δωμάτιο – μέχρι που ήρθε ένας χαμογελαστός αστυνομικός και μου είπε «δυστυχώς πρέπει να κάνετε διακοπές στην Ελλάδα, μόνο» και «θα πρέπει να αναφέρουμε ότι επιχειρήσατε να βγείτε από τη χώρα». Στην ερώτησή μου «και που είναι το κακό με αυτό;» μου απάντησε απλά «από τον Οκτώβριο του 2006 σας έχει επιβληθεί απαγόρευση εξόδου από τη χώρα».

Μέσα στην ατυχία αυτή είχα όμως την τύχη να κυβερνάται η χώρα για πολλά χρόνια από μια γενιά ανεπανάληπτων, καινοτόμων και πρωτοπόρων εκσυγχρονιστών πολιτικών οι οποίοι το 2004 έδωσαν την σκυτάλη σε ακόμα καλύτερους, περισσότερο πρωτοπόρους, επανιδρυτές του Κράτους. Εις εκ των πρώτων, ο  κορυφαίος εκσυγχρονιστής της νεοελληνικής πολιτικής, ο υπερμέγιστος και τιτανοτεράστιος Γιάννος Παπαντωνίου, είχε κάνει το θαύμα του. Μέσα στην ατυχία μου για το όριο των 30 ετών στη λήψη του Διδακτορικού Διπλώματος σοφά ο νομοθέτης όρισε πως η ανυποταξία δεν είχε πια ποινικές συνέπειες! Με λόγια απλά, όσο πληρώνεις τα πρόστιμα, όσο δεν σε ενοχλεί πως δεν μπορείς να διοριστείς στο δημόσιο και όσο δεν σε ενοχλεί να μην βγαίνεις από τη χώρα, δεν τρέχει κάστανο!

Καταπληκτικό, ειδικά όταν καταλαβαίνεις πως το «δεν βγαίνεις από τη χώρα» ισοδυναμεί με το «δεν βγαίνεις από την περιοχή της συνθήκης του Schengen, δηλαδή σχεδόν όλη την ΕΕ εκτός Μ. Βρετανίας, Κύπρου, Βουλγαρίας, Ρουμανίας και κάτι άλλα ψιλά – Ενώ μπορούσες να πας σε συνδεδεμένες χώρες όπως π.χ η Ελβετία. Δεν ήταν και τόσο άσχημα!

Τα πρόστιμα βέβαια δεν ήταν αμελητέα, κάθε άλλο θα έλεγα. Ένας άλλος, επίσης παμμέγιστος & ανυπέρβλητος εκσυγχρονιστής, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, όταν ανέλαβε υπουργός οικονομικών του αξεπέραστου υπερατλαντικού πολιτικού γίγαντα Γεωργίου Παπανδρέου έκανε εξάσκηση στα SQL queries: «SELECT ALL from ANYPOTAKTOI» πρόσταξε ο Ευάγγελος και ζήτησε να πληρώσουν 6.000 € (επιπλέον των άλλων) έκαστος για να μάθουν να αγαπάνε την πατρίδα!  Για κάποιο περίεργο λόγο το αισχρό αυτό μέτρο δεν συζητήθηκε σχεδόν καθόλου στα μέσα ενημέρωσης.

Αν εξαιρέσεις λοιπόν το ζήτημα του αυξημένου κόστους , γενικά ήταν μια στρατηγική που φαινόταν να αξίζει τον κόπο. Πρακτικά περιμένεις μέχρι να κλείσεις τα 35, να πληρώσεις και πάλι κάποια χρήματα μαζεμένα για την εξαγορά (κάτι λιγότερο από 7.000 €), να κάνεις λίγες βδομάδες κατασκήνωση σε κάποιο «κέντρο εκπαίδευσης» και μετά να πάρεις το πολυπόθητο διαβατήριο.

Είναι όμως έτσι; Δυστυχώς όχι! Πρώτα απ’ όλα οι περισσότεροι νέοι δεν ακολουθούν τον δρόμο που περιέγραψα παραπάνω αλλά τελικά όταν εξαντλούνται οι όποιες δυνατότητες αναβολής υπηρετούν κανονικά τη θητεία τους, η οποία τώρα είναι 9 μήνες στον Στρατό Ξηράς και κάποια ιδιαίτερα φωτεινά μυαλά στο ΥΕΘΑ σκέφτονται να την αυξήσουν. Επίσης, επειδή στη φάση της ζωής σου αυτή ενδιαφέρεσαι μάλλον περισσότερο για τα επαγγελματικά και λιγότερο για τον τουρισμό, το γεγονός ότι δεν μπορείς να πας στο Λονδίνο, στην Κωνσταντινούπολη και, ιδιαίτερα επώδυνο για μένα που επιχειρούσα στην Πληροφορική, στις ΗΠΑ, αποτελούσε ένα πολύ, πολύ σοβαρό εμπόδιο.

Ας δούμε όμως σε λίγο μεγαλύτερο βάθος το ζήτημα της «υπηρεσίας προς την Πατρίδα». Τι καταλαβαίνει κανείς με την έκφραση «υπηρετούν τη θητεία τους»; Κάνουν οι Έλληνες νέοι το χρέος τους προς την Πατρίδα, όπως ορίζει και το σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας; Πραγματικά πρέπει να περισσεύει ένα ισχυρό μείγμα  βλακείας και υποκρισίας για να υποστηρίξει κανείς αυτήν την άποψη!

Τα παιδιά της Ελλάδας απλά παρκάρουν σε κάποιο ακριτικό νησί και εκπαιδεύονται εντατικά στις βασικές αρχές του νεοελληνικού κράτους και της κοινωνίας που δημιούργησε: Στη λούφα  και στο ρουσφέτι. Στο πολύ σύντομο πέρασμά μου το 2013 από τον Ελληνικό Στρατό πραγματικά έμεινα άναυδος βλέποντας πόσο εύκολα μπαίνεις στην ψυχολογία του «γιατί εγώ;». Υπάρχουν δουλειές που πρέπει να γίνουν και ο φαντάρος εκπαιδεύεται καθημερινά, πολύ αποτελεσματικά πρέπει να ομολογήσω, στο να αποφύγει τις εργασίες. Επίσης, το άλλο στο οποίο εκπαιδεύεται ο φαντάρος και η οικογένειά του είναι το ρουσφέτι, στην αναζήτηση αρχικά και στην υποχρέωση στη συνέχεια σε κάποιο βύσμα που θα φροντίσει το παιδί να «μην ταλαιπωρηθεί», να «περάσει καλά».

Με λίγα λόγια αυτός ο απίστευτος μηχανισμός που υποτίθεται πως υπάρχει για να κάνουμε το χρέος μας προς την Πατρίδα, παίρνει ότι καλύτερο έχει η ελληνική κοινωνία και κάνει τεράστιες προσπάθειες ώστε να το λουμπενοποιήσει, να το μεταμορφώσει σε μια μάζα πουλημένων τεμπέληδων που θα παρακαλάνε στο τηλέφωνο κάποια γελοία υποκείμενα για μια «καλύτερη μετάθεση», για μια έξοδο, για μια «καλύτερη υπηρεσία» ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Μετά βέβαια από την απόλυτη ψυχολογική & ηθική παρακμή που περιέγραψα παραπάνω, έρχεται το parking. Τα παιδιά κατά κανόνα πάνε σε κάποια ακριτική μονάδα και περιμένουν τον  χρόνο να περάσει. Αραχνιάζουν, βαριούνται που ζουν. Μπαίνουν στο ψυγείο. Μετράνε μέρες για μια έξοδο. Νιώθουν άχρηστοι και κάθε μέρα που περνάει γίνονται άχρηστοι. Είναι άδικο, είναι τραγικό. Στην ηλικία που κανείς πρέπει να αναπτύξει τα ισχυρότερα εσωτερικά κίνητρα για να δημιουργήσει, για να προσφέρει, τότε να τον παρκάρουν σε κάποιο νησί ή κάποια ξεχασμένη ακριτική περιοχή και να μην κάνει απολύτως τίποτα. Μια ψυχολογική φυλακή, μια καταδίκη της δημιουργικότητας.

Γίνεται τουλάχιστον με κάποιο ουσιαστικό σκοπό όλο αυτό; Η θυσία του χρόνου, της ηθικής και της δημιουργικότητας σε ποιο βωμό λαμβάνει χώρα; Έχει λοιπόν ενδιαφέρον να δούμε τι γίνεται σχετικά με την αληθινή πολεμική/στρατιωτική εκπαίδευση. Με την εξαίρεση των Ειδικών Δυνάμεων και των Δοκίμων Αξιωματικών, η εκπαίδευση των φαντάρων είναι στην καλύτερη περίπτωση υποτυπώδης. Που είναι η εντατική γυμναστική; Που είναι τα μαθήματα αυτοάμυνας & επιβίωσης; Που είναι η εξοικείωση με σύγχρονα οπλικά συστήματα; Που είναι τα θεωρητικά μαθήματα και η πρακτική εξάσκηση σε σύγχρονες τακτικές μάχης; Σίγουρα πάντως δεν είναι στη σημερινή πραγματικότητα του Ελληνικού Στρατού.

Η σκληρή αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι φαντάροι που κάνουν τη θητεία τους τίποτα δεν συνεισφέρουν στην πραγματική αμυντική δυνατότητα της χώρας, πουθενά δεν συμβάλλουν στη δημιουργία γεωπολιτικού στρατηγικού πλεονεκτήματος. Αφήνονται στη μοίρα τους, εκπαιδεύονται στη λούφα και στο ρουσφέτι, παρκάρουν για εννιά μήνες και μετά απολύονται. Όλα αυτά με ένα τεράστιο άμεσο κόστος και, το χειρότερο, με ένα πραγματικά ασύλληπτο έμμεσο κόστος στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας παρακμής, στη δημιουργία πελατειακών σχέσεων εξάρτησης και στη μείωση των αμυντικών δυνατοτήτων της χώρας.

Υποτίθεται πως η υποχρεωτική στράτευση υπάρχει για την ενίσχυση της άμυνας της χώρας. Υπάρχει για αυτό όμως τελικά; Την αμυντική ικανότητα του νέου ελληνικού κράτους τη διαπιστώσαμε στην Κύπρο το 1974. Τη διαπιστώσαμε  το 1988 στο Νταβός, όταν από τους παλληκαρισμούς του ’87 συρθήκαμε σε ένα ταπεινωτικό «μη πόλεμος». Την είδαμε ακόμα στα Ίμια το 1996 και την επιβεβαιώνουμε καθημερινά με την άρνησή μας να εφαρμόσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στη βάση των διεθνών συνθηκών για τα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο. Έχουμε επίγνωση της αδυναμίας μας και το αποδεικνύουμε καθημερινά. Οι παμμέγιστοι, ανυπέρβλητοι πολιτικοί γίγαντες που ανέφερα παραπάνω, και πολλοί ακόμα από το παρεάκι τους, φρόντισαν η χώρα να είναι στρατιωτικά και, κυρίως, γεωπολιτικά ανοχύρωτη, έρμαιο αποφάσεων εξωελλαδικών κέντρων.

Το θέμα γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον αν μπούμε στη Wikipedia και ψάξουμε των «list of countries by military expenditures per capita». Με έκπληξη θα δούμε την πτωχευμένη ψωροκώσταινα να είναι σταθερά στο top-10 της παγκόσμιας κατάταξης, ασύλληπτα πάνω του Ευρωπαϊκού μέσου όρου και συγκρινόμενη με χώρες όπως το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και οι ΗΠΑ. Θα περίμενε κανείς τουλάχιστον, ξοδεύοντας τόσα λεφτά και σαν χώρα του αναπτυγμένου κόσμου (τι έκανε λέει;), να έχουμε μια πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή και να έχουμε αναπτύξει εγχώρια υψηλή τεχνολογία που σιγά σιγά θα περνούσε από την άμυνα στην οικονομία, όπως έκανε το Ισραήλ και η Τουρκία. Σχετικά με την …πανίσχυρη στρατιωτική μηχανή, νομίζω το εξαντλήσαμε παραπάνω. Δυστυχώς όμως και στην εγχώρια ανάπτυξη υψηλής τεχνολογίας τα πράγματα ακολουθούν το ίδιο μοτίβο: Μηδέν από μηδέν, μηδέν.

Συνοπτικά λοιπόν μπορεί κανείς να κάνει την εξής διαπίστωση: Με αφορμή την υποτιθέμενη ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της χώρας αφενός ζημιώνεται βαριά η επαγγελματική εξέλιξη και δηλητηριάζεται η ψυχολογία και η κουλτούρα των νέων Ελλήνων, αφετέρου έχει στηθεί ένα τεράστιο πάρτι διαπλοκής επί των προμηθειών, από την κορυφή μέχρι τα φύλλα του δέντρου της στρατιωτικής ιεραρχίας.

Η Ελλάδα και η Κύπρος σήμερα είναι – αν δεν κάνω λάθος – οι δυο τελευταίες χώρες-μέλη της ΕΕ με υποχρεωτική στράτευση. Οι Ελλαδίτες και οι Κύπριοι νέοι Έλληνες υφίστανται μια ξεκάθαρη διάκριση έναντι των υπολοίπων νέων συνομήλικων τους. Παράλληλα περνούν εντατική «εκπαίδευση» για τη δηλητηρίαση της προσωπικότητάς τους. Όσο συμβαίνει αυτό, το διαπλεκόμενο οικονομικο-πολιτικό σύστημα πλουτίζει φορτώνοντας χρέη στις μελλοντικές γενιές των δυο κρατών. Για πόσο ακόμα θα ανεχόμαστε την κατάσταση αυτή;

Το σίγουρο είναι πως πρέπει να γίνει άμεσα μια ριζική μεταρρύθμιση των ενόπλων μας δυνάμεων. Η χώρα, έχει αποδειχτεί πολλές φορές, έχει ανάγκη ισχυρού στρατού. Ανάγκη που σήμερα δεν καλύπτει και πρέπει να το κάνει το συντομότερο. Παράλληλα έχει ανάγκη να εξορθολογήσει τις δαπάνες της και να δημιουργήσει μια νέα σχέση με την εργασία που θα στηρίζεται στη δημιουργία και μια νέα πολιτική κουλτούρα ηθικής που καμία μα καμία σχέση δεν έχει με τα βύσματα και τα μικρο-ρουσφέτια πουν είναι η σημερινή πραγματικότητα του Ελληνικού Στρατού.

Προσωπικά τάσσομαι με όλες μου τις δυνάμεις υπέρ ενός σύγχρονου, ολιγάριθμού, ευέλικτου και πολύ αποτελεσματικού εθελοντικού & επαγγελματικού στρατού που θα μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις αυξημένες υποχρεώσεις προστασίας των συμφερόντων της χώρας, υποχρεώσεις που σήμερα μένουν εν πολλοίς ανεκπλήρωτες. Ο στρατός αυτός πρέπει να αποτελείται από επαγγελματίες που θα κατατάσσονται με την ελεύθερη βούλησή τους, θα έχουν καλές αμοιβές και πολύ απαιτητική εκπαίδευση.

Προφανώς αυτό σημαίνει πως δεκάδες στρατόπεδα θα χρειαστεί να κλείσουν και το «μοντέλο ανάπτυξης της καφετέριας» που στηρίχτηκε στα στρατόπεδα και στα πανεπιστήμια θα λάβει τέλος. Θα είναι επώδυνο, όμως θα είναι ένα μεγάλο βήμα μπροστά, τόσο ουσιαστικό όσο και συμβολικό!
Ταυτόχρονα έχει εξαιρετικά μεγάλη σημασία να κατευθυνθεί τμήμα των αμυντικών μας δαπανών σε εγχώρια έργα αμυντικής τεχνολογίας, αληθινά αντισταθμιστικά οφέλη δηλαδή και όχι εκείνα που έχτισαν τις βίλλες βορείως των Αθηνών & τις καταθέσεις στη Ζυρίχη, ώστε σε πρώτο χρόνο να αποκτήσουμε δική μας αμυντική τεχνολογία, άρα και περισσότερη ανεξαρτησία & αυτονομία, και σε επόμενο χρόνο τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών να ενισχύσουν την εγχώρια βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, σύμφωνα με επιτυχημένα παραδείγματα άλλων χωρών.

Εναλλακτικά  ή συμπληρωματικά με τον επαγγελματικό & εθελοντικό στρατό, θα ήμουν διατεθειμένος να αποδεχτώ ένα μοντέλο υποχρεωτικής στράτευσης στα 18 χωρίς καμία δυνατότητα εξαίρεσης ή αναβολής,  διάρκειας τριών ή έξι μηνών και  μόνο στον Στρατό Ξηράς, το οποίο θα είχε αποκλειστικά αληθινή και εντατική στρατιωτική εκπαίδευση τύπου ειδικών δυνάμεων έχοντας έτσι και κάποιο ουσιαστικό ρόλο διαμόρφωσης του χαρακτήρα ειδικά στην ηλικία των 18 αλλά και παράγοντας αληθινά ετοιμοπόλεμες ένοπλες δυνάμεις έτοιμες να πράξουν αποτελεσματικά το καθήκον τους όταν και όποτε χρειαστεί. Στο πλαίσιο αυτό νομίζω πως κάθε διάκριση ανδρών – γυναικών ανήκει στο παρελθόν και με βάση τη διεθνή εμπειρία οι νέες ελληνίδες στα 18 τους θα μπορούσαν να κάνουν μια θητεία 3 ή 6 μηνών.

Αυτό που σίγουρα πρέπει να σταματήσει άμεσα  είναι το θέατρο του παραλόγου της υποχρεωτικής στράτευσης. Ένα τεράστιο σχολείο υποκρισίας και διαφθοράς που είναι βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας & της οικονομίας.

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Η Ελλάδα ως αναδυόμενη περιφερειακή δύναμη στις ΤΠΕ

Αθήνα,
4 Φεβρουαρίου 2014

Η Ελλάδα ως αναδυόμενη περιφερειακή δύναμη στις ΤΠΕ

Του Δημήτρη Τσίγκου (*)

Αποτελούσε κοινό τόπο εδώ και πολλές δεκαετίες ότι «στην Ελλάδα υπάρχουν εξαίρετοι επιστήμονες και μηχανικοί». Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το διαχρονικό εμπορικό δαιμόνιο των Ελλήνων δημιουργούσε πολύ καλές προϋποθέσεις για τη δυναμική ανάπτυξη της αγοράς της Πληροφορικής στη χώρα, μόλις αυτό το νέο γνωστικό, επιστημονικό, επαγγελματικό και επιχειρηματικό πεδίο έκανε τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’80.

Με την Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών στην πρωτοπορία και την Σχολή Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κρήτης να ακολουθεί η Ελλάδα απέκτησε τα πρώτα πανεπιστημιακά & ερευνητικά ιδρύματα στο αντικείμενο της Πληροφορικής στις αρχές της δεκαετίας του ’80, πλαισιώνοντας τμήματα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, Φυσικών, Μαθηματικών αλλά και Οικονομικών που de facto θεράπευαν τη νέα επιστήμη. Παράλληλα, το ίδιο διάστημα βλέπει κανείς να κάνουν τα πρώτα βήματα τους οι επιχειρήσεις πληροφορικής, τόσο με ανάπτυξη λογισμικού όσο και με καθαρά εμπορική δραστηριότητα. Υπήρχε ενθουσιασμός και ήταν δικαιολογημένος!

Δυστυχώς οι δεκαετίες του ’90 και του 2000 δεν δικαίωσαν τον ενθουσιασμό αυτό. Η εκρηκτική ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς, το θαύμα του χρηματιστηρίου που έγινε τραγωδία και η απουσία οποιασδήποτε σύνδεσης της ακαδημαϊκής & ερευνητικής στρατηγικής με το – ανύπαρκτο – αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, λάβωσε την ελληνική αγορά και ευρύτερα την κοινότητα της πληροφορικής. Η εσωστρέφεια με έμφαση στον τεράστιο δημόσιο τομέα, ή έμφαση στο box moving και οι μικρές επενδύσεις σε έρευνα & ανάπτυξη ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής.

Φτάσαμε λοιπόν στο 2010 βιώνοντας μια αντιφατική κατάσταση. Αφενός η εσωτερική αγορά είχε πρακτικά καταρρεύσει, τόσο από άποψη προμηθευτών όσο και του βασικού πελάτη – του Ελληνικού δημοσίου, αφετέρου η χώρα είχε δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα πολυπληθές και πολύ καλά εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, το οποίο βεβαίως δεν μπορούσε να απασχοληθεί στις περισσότερες υφιστάμενες επιχειρήσεις εκτός αν αυτές προέβαιναν σε έναν δυναμικό μετασχηματισμό τους. Δύσκολη κατάσταση. Τόσο δύσκολη που κάνει να είναι πολύ μεγάλη η χαρά  το 2014 να βλέπει κανείς ότι υπάρχουν πολύ θετικά σημάδια επιτυχίας!

Πράγματι, συνέβησαν δυο πράγματα: Αφενός όλο και περισσότεροι Πληροφορικοί ακολουθούν τον δρόμο της επιχειρηματικότητας και βλέπουμε πολλές, δυναμικές & εξωστρεφείς νέες επιχειρήσεις πληροφορικής, αφετέρου σημαντικός αριθμός υφισταμένων επιχειρήσεων κατάφερε να αναδιοργανωθεί, να αναγεννηθεί επί τις ουσίας και να ακολουθήσουν ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο βασιζόμενο στην καινοτομία και την εξωστρέφεια. Αποτελεί κοινό τόπο σήμερα πως οι επιχειρήσεις που θα καταφέρουν να το κάνουν αυτό με επιτυχία θα είναι εκείνες που θα επιβιώσουν.
Σε κάθε περίπτωση τα θετικά σημεία που αναφέρθηκαν δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζουν. Μένουν πολλά να γίνουν. Να χαραχθούν αναπτυξιακές & ακαδημαϊκές/ερευνητικές στρατηγικές για τον κλάδο. Να υπάρξει το επάγγελμα επισήμως ως αυτόνομο επιστημονικό & επαγγελματικό πεδίο. Να λυθεί το ζήτημα της χρηματοδότησης ιδιαίτερα στο πρώιμο στάδιο των επιχειρήσεων. Τέλος και πάνω απ’ όλα να δημιουργηθεί μια νέα επαγγελματική, επιχειρηματική και εργασιακή κουλτούρα που θα έχει στο επίκεντρό της τη δημιουργικότητα & τη συνεργασία.

Η πληροφορική μπορεί να γίνει και θα γίνει ο στυλοβάτης της οικονομίας της συνεργασίας & της δημιουργικότητας η οποία θα βγάλει την Ελλάδα από το σημερινό τέλμα & αδιέξοδο. Κάνοντάς το αυτό και με τα χαρακτηριστικά καινοτομίας & εξωστρέφειας που αποκτά είναι βέβαιο πως θα μετατρέψει τη μικρή χώρα μας σε μια περιφερειακή δύναμη των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών. Τα πρώτα σημάδια είναι ήδη ορατά!


(*) Ο Δημήτρης Τσίγκος είναι Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Νέων Επιχειρηματιών, Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Νεοφυών Επιχειρήσεων, Μέλος ΔΣ του Ευρωπαϊκού Δικτύου Επιχειρηματικών Αγγέλων, τ. Πρόεδρος της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας και Ιδρυτής της επιχείρησης πληροφορικής Virtual Trip.

Η ανάγκη θεσμικής εκπροσώπησης των startups σε σχέση με τα "νέα σεμινάρια"

Αναδημοσίευση από το EMEA.gr

Είχα μιλήσει πρόσφατα για τον Μανωλιό που ντύθηκε ...incubator. Το βασικό μήνυμα του άρθρου ήταν ξεκάθαρο: Οι γνωστοί κύκλοι του «ιδιωτικοδημοσίου», εκείνοι που ανδρώθηκαν με τον δήθεν ιδιωτικό τομέα που είχε κύριο πελάτη του το κράτος, «μυρίστηκαν» ότι θα «πέσουν λεφτά για τα start-ups» και, όπως ήταν αναμενόμενο, «τοποθετήθηκαν» στην αγορά. Εξάλλου, η τεχνογνωσία τους στη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος είναι πραγματικά διεθνούς επιπέδου. Για την ακρίβεια, με εξαίρεση τους «συναδέλφους» στην Ιταλία, δεν συγκρίνονται με κανέναν άλλο στην Ευρώπη και με ελάχιστους άλλους διεθνώς. Όπως ήταν φυσικό, το άρθρο αυτό προκάλεσε πλήθος σχολίων και δημιούργησε γενικότερα ενδιαφέρον.

Ακόμα πιο ενδιαφέρον όμως είναι το ποιοι είναι οι «μπροστινοί» στη νέα αυτή διασπάθιση του δημοσίου χρήματος. Αποδεικνύεται ότι μακράν ο καλύτερος τρόπος σε αυτή τη χώρα να πάρεις κρατικό χρήμα είναι να βρίζεις το κράτος!  Υπάρχουν πια όχι λίγα παραδείγματα. Διάφοροι με υποτιθέμενες φιλελεύθερες ιδέες, «αγνοί»  και «αμόλυντοι», οι οποίοι βεβαίως υπάρχουν μόνο και μόνο επειδή διαχειρίζονται τα χρήματα του κράτους, ελληνικού και ευρωπαϊκού – ενώ φυσικά συνεχίζουν να καταγγέλλουν τον κρατισμό μετά βδελυγμίας.

Η κοινότητα των νεοφυών επιχειρήσεων τι κάνει για να αντιδράσει στην αστεία αυτή κατάσταση; Μέχρι στιγμής λίγα πράγματα καθώς είναι πολυδιασπασμένη και ιδιαίτερα υπανάπτυκτη σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Αδυνατούν δυστυχώς πολλοί start-up επιχειρηματίες να αντιληφθούν τη θεμελιώδη αρχιτεκτονική διαφορά μεταξύ «οργανισμού» και «association». To δεύτερο είναι by definition inclusive, open to All με transparency και governance rules. Είναι αυτό που έχει λειτουργήσει πολύ καλά σε οικονομίες όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία και απουσιάζει σχεδόν τελείως από οικονομίες όπως η Ελλάδα. Είναι το απαραίτητο θεσμικό εργαλείο για να δημιουργηθεί ένα οικοσύστημα. Ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελούν τα open source communities που έχουν συγκεκριμένους κανόνες «citizenship» και «governance» (πχ http://www.ow2.org).

Στην πολύπαθη χώρα μας έντεχνα έχει προωθηθεί η έννοια της «αγνής» και «ανόθευτης» πρωτοβουλίας που, όλως τυχαίως, δεν έχει κανένα κανόνα διακυβέρνησης και πολύ απλά μια μικρή παρέα «λύνει και δένει». Η πλάκα είναι πως τέτοια παρεάκια, που ξαναλέμε δεν δίνουν λογαριασμό σε κανέναν παρά στον εαυτό τους, εμφανίζονται και ως «εκπρόσωποι του community» λέγοντας μάλιστα πως είναι οι αυθεντικοί εκφραστές του. Με τις υγείες μας!

Επιμένω ότι είναι εντυπωσιακό που άνθρωποι γενικά μορφωμένοι αγνοούν ότι οι κοινωνίες (πχ startup ecosystem) συγκροτούνται από κανόνες (κλασικό παράδειγμα οι ΗΠΑ: «Α Nation or rules»), οι οποίοι κανόνες προδιαγράφονται, εξελίσσονται και επιβάλλονται από ανοιχτά συλλογικά υποκείμενα με συγκεκριμένες προδιαγραφές. Αν και είναι πολύ απλή η παραπάνω έννοια, λόγω του σταδίου ωρίμανσης που βρισκόμαστε στην κοινότητα των νεοφυών επιχειρήσεων φαίνεται ότι περισσότεροι δεν την έχουν ακόμα συνειδητοποιήσει. Μπερδεύονται, δεν μπορούν για παράδειγμα να καταλάβουν τη διαφορά ενός μη κερδοσκοπικού ιδρύματος ενίσχυσης των start-ups με μια ένωση, με το συλλογικό αντιπροσωπευτικό φορέα δηλαδή, της κοινότητάς τους. Εκτός από υπανάπτυκτη χώρα είμαστε δυστυχώς και υπανάπτυκτη κοινωνία.

Μην έχοντας λοιπόν ακόμα όλοι συμφωνήσει ότι η start-up κοινότητα πρέπει να έχει και μια θεσμική υπόσταση με όρους transparency & proper governance η οποία να εκφράζει τη συνισταμένη των απόψεων των μελών της, δεν δίνουμε έτσι τη δυνατότητα να υπάρξει κάποιος ισχυρός φορέας για να προστατεύσει το - σε βρεφικό στάδιο ακόμα - οικοσύστημα από τους αετονύχηδες που εφορμούν για να το εκμεταλλευτούν - και όχι για να το «ενισχύσουν», όπως ξεδιάντροπα διατυμπανίζουν. 

Παραμένουν δυστυχώς ανοχύρωτα τα start-ups απέναντι στους γνωστούς-αγνώστους που εφορμούν για να 'φάνε' τα χρήματα που ο Ευρωπαίος φορολογούμενος - πολύ σωστά - δίνει για την ενίσχυση της νεοφυούς επιχειρηματικότητας.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Μια πρώτη επιλογή είναι να πούμε «έτσι γίνεται στην Ελλάδα», να σηκωθούμε να φύγουμε (;) ή, αν μείνουμε, να κλαίμε την άτιμη τη μοίρα μας. Μια άλλη επιλογή είναι να θεωρητικολογήσουμε, όπως συχνά πολλοί κάνουν σε αυτή τη χώρα. Η τρίτη επιλογή, αυτή που προσωπικά ένθερμα υποστηρίζω, είναι να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας.  Πολλοί είναι αυτοί που «θέλουν το καλό των start-ups». Ας το ακούσουν καλά: Δεν θα τους το δώσουμε!

Τι θα κάνουμε λοιπόν; Αντί να τα παρατήσουμε ή να θεωρητικολογούμε, θα δημιουργήσουμε έναν θεσμό. Έναν μαζικό, συλλογικό, ανοιχτό και αντιπροσωπευτικό φορέα για την ελληνική νεοφυή επιχειρηματικότητα. Έναν φορέα από τα start-ups και για τα start-ups. Έναν φορέα που θα είναι η συλλογική φωνή της κοινότητας και που θα εκφράζει με αξιοπιστία την άποψή της για το πως μπορεί το οικοσύστημα να ενισχυθεί για το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων και της χώρας συνολικά!


Μόνο τότε φαινόμενα όπως τα γραφικότατα «accelerators», τα «νέα ΚΕΚ» και τα «νέα σεμινάρια», θα αποτελέσουν μια μικρή κωμική παρένθεση στην προσπάθεια που γίνεται από τόσους πολλούς, που σύντομα θα είναι εντυπωσιακά περισσότεροι, για την ανάπτυξη ενός ισχυρού start-up ecosystem στην Ελλάδα, για την πραγμάτωση δηλαδή της οικονομίας της συνεργασίας και της δημιουργικότητας.

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Πρέπει να ζητήσουμε τώρα διαγραφή του χρέους;

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη δημόσια συζήτηση για το αίτημα διαγραφής όλου ή του μεγαλυτέρου τμήματος του δημοσίου χρέους, το οποίο μάλιστα πολλοί χαρακτηρίζουν "επαχθές" - πιθανότατα έχοντας δίκιο κάποιες φορές. Επί παραδείγματι, τμήμα του χρέους δημιουργήθηκε για την χρηματοδότηση εξοπλιστικών προγραμμάτων τα οποία τίποτα δεν συνέβαλαν στην αμυντική ικανότητα της χώρας, έκαναν πλούσιους κάποιους μιζαδόρους και αποτέλεσαν εξαιρετική εμπορική επιτυχία επιχειρήσεων άμεσα συνδεδεμένων με τους δανειστές. Ναι, το συγεκριμένο τμήμα του χρέους (δεν νομίζω πως είναι ιδιαίτερα μεγάλο), είναι επαχθές.

Ανακύπτει λοιπόν εύλογα ένα ερώτημα επί της στρατηγικής που πρέπει να έχει η χώρα μας, καθένας από εμάς ως πολίτης, στο ζήτημα αυτό. Είναι τώρα λογικό να προτάξουμε το αίτημα αυτό και, επαναλαμβάνω, τώρα να ζητήσουμε τη διαγραφή όλου ή τμήματος του χρέους;

Η γνώμη μου είναι πως η συζήτηση για τη διαγραφή του μεγαλυτέρου μέρους του χρέους έπεται της ανάληψης συγκεκριμένων πρωτοβουλιών αφενός για την απελευθέρωσή μας από το "τρίγωνο της καταστροφής" (οικονομική ολιγαρχία, "πολιτικό" σύστημα, μέσα "ενημέρωσης"), αφετέρου για τον ευαγγελισμό και την πραγάτωση της οικονομίας της συνεργασίας και της δημιουργικότητας, δηλαδή ενός οικονομικού & αναπτυξιακού μοντέλου που θα αξιοποιεί το ελληνικό συμβολικό, οικονομικό και ανθρώπινο κεφάλαιο στηριζόμενο σε μια νέα σχέση με την εργασία έχουσα στο επίκεντρό της τη δημιουργικότητα.

Μέχρι τότε, φοβάμαι πως η πρόταξη της - αναμφισβήτητης - πραγματικής ανάγκης διαγραφής του σημαντικότερου μέρους του χρέους μάλλον ενεργοποιεί αρνητικά αντανακλαστικά στους συμπατριώτες μας στην υπόλοιπη Ευρώπη αλλά και ένα μειδίαμα ευτυχίας στην ντόπια οικονομική ολιγαρχία.

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Όλα τα λεφτά (η αρχή του τέλους;)

H δήλωση του Κοντομηνά είναι όλα τα λεφτά:

«Σε αντίθεση με τα θηριώδη μη εξυπηρετούμενα δάνεια γνωστών επιχειρηματιών, τα δάνεια του ομίλου DEMCO που έχουν συναφθεί με το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, υπερκαλύπτονται με εγγυήσεις από την προσωπική μου περιουσία».

Ναι, λέει αλήθεια ο Κοντομηνάς. Εκείνοι που συνιστούν την ελληνική οικονομική ολιγαρχία, αυτοί δηλαδή που επί της ουσίας κυβερνούν τη χώρα με πιόνια το "πολιτικό" σύστημα και τα μέσα "ενημέρωσης", έχουν δανειακές υποχρεώσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων, μερικοί μάλιστα ίσως ξεπερνούν και το δισεκατομμύριο.

Είναι φυσικό ότι κατά κανόνα τα δάνεια αυτά δεν εξυπηρετούνται και οι όποιες εγγυήσεις τα συνοδεύουν δεν επαρκούν να τα καλύψουν. Εννοείται πως η προσωπική περιουσία των "επιχειρηματιών" είναι στο απυρόβλητο.

Τι θα γίνει λοιπόν με όλους αυτούς; Τι θα συμβεί με τα "κόκκινα δάνεια" εκατοντάδων εκατομμυρίων που έχουν φορτωθεί οι Τράπεζες και κατά συνέπεια ο Έλληνας και ο Ευρωπαίος Φορολογούμενος που δίνει τα χρήματά τους για να τις ανακεφαλαιοποιήσει;

Πώς θα μπορέσουν τέτοιου ύψους οφειλές να μείνουν στο απυρόβλητο την στιγμή που αρχίζουν σύντομα να γίνονται κατασχέσεις στους μικρομεσαίους για μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ - πολλές φορές και για λιγότερα; Νομίζω πως πρόκειται για ένα μη διαχειρίσιμο πολιτικό πρόβλημα. Το "πολιτικό" σύστημα δεν μπορεί να κόψει τον ομφάλιο λώρο που το κρατά στη ζωή. Για αυτό και η καταρρευσή του είναι προδιαγεγραμμένη. Το ζητούμενο είναι αν θα καταρρεύσει και η οικονομική ολιγαρχία, οδηγώντας στη δημιουργία μιας αυθεντικά νέας κατάστασης ή απλά οι ολιγάρχες θα αλλάξουν πιόνια και ετικέτες.

Τι θα συμβεί τελικά στη χώρα; Η γνώμη μου είναι απλή και την έχω εκφράσει από καιρό: Αν δεν δημιουργηθεί μια νέα οικονομική ελίτ στη χώρα, αυτόφωτη, αυτόνομη και αυτοδύναμη, η οποία θα έχει ένα πολύ διαφορετικό σύστημα αξιών από την ψευτο-ελίτ που γνωρίσαμε (για να το πω όσο πιο ευγενικά μπορώ), τίποτα καλό δεν θα μπορέσει να γίνει στην Ελλάδα.

Ούτε φυσικά θα μπορέσει να επιτύχει ποτέ, καμία μεταρρύθμιση.

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Σχέδιο Υποστήριξης & Ενθάρρυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων

Αναδημοσίευση από το EMEA.gr

Ασπρόπυργος
28 Δεκεμβρίου 2013

Σχέδιο Υποστήριξης & Ενθάρρυνσης Ιδιωτικών Επενδύσεων

Το πλέον επώδυνο σύμπτωμα της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι η εκρηκτική αύξηση της ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων. Το πρόβλημα αυτό είναι στην ουσία του πανευρωπαϊκό, στην Ελλάδα όμως μεγιστοποιείται και οι συνέπειές του στην ίδια τη συνοχή του κοινωνικού ιστού είναι ορατές. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: Στην Ελλάδα πια έχουμε περισσότερους από 1,500,000 ανέργους, σχεδόν δηλαδή το ένα τρίτο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, ενώ η ανεργία των νέων έχει εκτοξευτεί σε αστρονομικά ποσοστά, στο επίπεδο του 60%.
Δεν χωρά αμφιβολία καμιά πως κάθε στρατηγική αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης θα πρέπει να έχει στο επίκεντρό της τη μαζική δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Πράγματι, αν το 1,500,000 συμπολιτών μας δεν αποκτήσει εκ νέου αγοραστική δύναμη ώστε στη συνέχεια να αρχίσει σιγά σιγά να κάνει αγορές και στη συνέχεια επενδύσεις, δεν υπάρχει απολύτως καμία περίπτωση επανεκκίνησης της οικονομίας της χώρας.

Στο σημείο αυτό έχει ενδιαφέρον να συζητήσουμε για το «είδος» των θέσεων εργασίας που πρέπει να δημιουργηθούν – θυμίζουμε πως αυτό μάλιστα πρέπει να γίνει «μαζικά». «Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή» λέει σοφά ο ελληνικός λαός, η αλήθεια όμως είναι πως για να υπάρχουν πιθανότητες ανάκαμψης της οικονομίας μας και εύρεσης μιας βιώσιμης θέσης στο παγκοσμιοποιημένο σκηνικό, οι θέσεις εργασίας που πρέπει να δημιουργηθούν κατά κανόνα θα είναι «έντασης γνώσης». Πέραν αυτού, πρόσφατα ο Eric Schmidt δήλωσε στην Αθήνα πως «για κάθε θέση εργασίας έντασης γνώσης που δημιουργείται, δημιουργούνται ακόμα πέντε της παραδοσιακής οικονομίας». Είναι λοιπόν προφανές πως η Ελλάδα πρέπει να στοχεύσει στη μαζική δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας, θέσεων εργασίας δηλαδή έντασης γνώσης.

Δεν θέλει ιδιαίτερες γνώσεις για να αντιληφθεί κανείς πως η μαζική δημιουργία τέτοιων θέσεων εργασίας προϋποθέτει επενδύσεις. Τίθεται λοιπόν αμέσως το ερώτημα ως προς το ποιος θα κάνει τις επενδύσεις αυτές. Γενικά, στην ερώτηση αυτή υπάρχουν τρεις ομάδες απαντήσεων: (α) Το Κράτος με τους διάφορους φορείς και προγράμματά του, (β) Οι Τράπεζες, ομοίως με τους διάφορους οργανισμούς και θυγατρικές τους, (γ) Οι ιδιώτες, είτε φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις. Δυστυχώς για την Ελλάδα η σκληρή αλήθεια είναι πως το Κράτος και οι Χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί έχουν ουσιαστικά πτωχεύσει. Δεν μένει κανείς λοιπόν άλλος να επενδύσει στην επιχειρηματικότητα, πέρα από τους ιδιώτες.

Τα καλά νέα είναι πως για τους ιδιώτες, φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, η επένδυση στην επιχειρηματικότητα είναι πολύ πιο ελκυστική από παλιότερα. Αυτό συμβαίνει κύρια λόγω της υψηλής αβεβαιότητας που υπάρχει στα παραδοσιακά επενδυτικά προϊόντα. Τα κακά νέα όμως είναι επίσης πολλά: Η ελληνική οικονομία καταρρέει και το success story έχει βρει τη θέση που του αξίζει δίπλα στην κοκκινοσκουφίτσα και τον Πινόκιο. Ακόμα η φορολογία αλλάζει διαρκώς και μόνο προς τα πάνω ενώ ο κίνδυνος κουρέματος καταθέσεων παρά τις συνεχείς περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις παραμένει υπαρκτός – Με βάση τουλάχιστον τις δημόσιες ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μελλοντική διαδικασία διάσωσης Τραπεζών που θα βρεθούν σε δυσχερή θέση.

Στο περιβάλλον αυτό, συνειδητοποιώντας ότι (α) αν δεν δημιουργηθούν θέσεις εργασίας έντασης γνώσης δεν υπάρχει διέξοδος από την κρίση όπως και ότι (β) μόνο οι ιδιώτες μπορούν να επενδύσουν για τη δημιουργία των παραπάνω θέσεων, γίνεται επιτακτική η ανάγκη για τη χάραξη ενός Σχεδίου υποστήριξης και ενθάρρυνσης των ιδιωτικών επενδύσεων.

Ποια θα ήταν τα βασικά στοιχεία του Σχεδίου αυτού; Νομίζω πως τα ακόλουθα θα ήταν λογικά:

1.      Θέσπιση φοροαπαλλαγής για ιδιώτες και επιχειρήσεις ως ποσοστό επενδύσεων που πιστοποιημένα πραγματοποιήθηκαν σε νεοφυείς επιχειρήσεις. Επί παραδείγματι για κάθε 1.000 € που αποδεδειγμένα επενδύονται θα μπορούσε να υπάρχει φοροαπαλλαγή 750 €.

2.      Δημιουργία Ταμείων Συνεπένδυσης (co-investment funds) για ιδιώτες επενδυτές. Δηλαδή, αν ένα σύνολο ιδιωτών επενδυτών, φυσικών προσώπων ή/και επιχειρήσεων, αποφασίσουν να επενδύσουν σε νεοφυείς επιχειρήσεις, θα μπορούσε το Κράτος ή η Ευρωπαϊκή Ένωση να συνεπενδύουν ένα αντίστοιχο ποσό στην ίδια επιχείρηση – matching fund σε ποσοστό 50%.

3.      Προώθηση δημιουργίας συνεταιριστικών ταμείων σποράς (cooperative seed capital funds) για επενδύσεις σε νεοφυείς επιχειρήσεις με συνεπένδυση του Κράτους ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για παράδειγμα με μέθοδο crowdfunding θα μπορούσε να συγκεντρωθεί ένα κεφάλαιο ύψους 1 εκ. ευρώ και ένα ισόποσο matching fund θα μπορούσε να επενδυθεί από κρατικούς ή/και Ευρωπαϊκούς φορείς.

4.      Θέσπιση φορολογικής αμνηστίας για επαναπατρισμό κεφαλαίων υπό τον αυστηρό όρο της επένδυσής τους σε νεοφυείς επιχειρήσεις. Θα μπορούσε δηλαδή ένας ιδιώτης ή επιχείρηση να προβεί σε επαναπατρισμό κεφαλαίων, ενδεχομένως πληρώνοντας ένα τέλος επαναπατρισμού 2%, και να του χορηγείται φορολογική αμνηστία για τα χρήματα αυτά υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι το 50% από αυτά θα επενδύεται για δημιουργία θέσεων εργασίας έντασης γνώσης.

Κρίνω σκόπιμο να σημειώσω πως όλα τα matching funds που αναφέρονται παραπάνω δεν αποτελούν επιπλέον κόστος για τον ελληνικό ή τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Μπορούν εύκολα να βρεθούν με κατάργηση κάθε είδους επιδότησης και αξιοποίησης των κεφαλαίων αυτών για υποστήριξη επενδυτικών δράσεων όπως οι παραπάνω που αναφέρθηκαν.

Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Επιχειρηματικών Αγγέλων (EBANThe European Trade Association for Business Angels, Seed Funds and other Early Stage Market Players) έχει καταγράψει αναλυτικά τις βέλτιστες πρακτικές που έχουν επιτύχει σε μια σειρά ευρωπαϊκών κρατών, μεταξύ αυτών και η Πορτογαλία στην περίοδο της κρίσης, του μνημονίου και του ΔΝΤ. Το ΕΒΑΝ έχει εκφράσει τη διάθεσή του να συνεισφέρει με μεταφορά τεχνογνωσίας προς την ελληνική κυβέρνηση και οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή για τη χάραξη και την εξειδίκευση του Σχεδίου υποστήριξης και ενθάρρυνσης ιδιωτικών επενδύσεων.

Δυστυχώς η κρίση δεν είναι ένα κακό όνειρο που κάποια στιγμή θα τελειώσει. Είναι το αποτέλεσμα, το σύμπτωμα, ενός οικονομικού μοντέλου που κατέρρευσε. Αν δεν αλλάξουμε τις βασικές παραμέτρους του οικονομικού αυτού μοντέλου, έξοδος από την κρίση δεν θα υπάρξει. Εναπόκειται στον καθένα από εμάς να κάνει τον μετασχηματισμό αυτόν πράξη, ξεκινώντας από την ίδια την εργασία και την πιθανή επιχειρηματική του δραστηριότητα, συνεχίζοντας με τις επενδυτικές επιλογές του. Η υιοθέτηση ενός Σχεδίου για την υποστήριξη και την ενθάρρυνση των ιδιωτικών επενδύσεων μπορεί να αποτελέσει ένα εξαιρετικό μέσο για την αφύπνιση της δημιουργικότητας και της αυτοπεποίθησης των Ελλήνων.


Εξάλλου, ο ελληνικός λαός πληρώνει 2,000,000,000 € κάθε χρόνο για φροντιστήρια. Το μόνο που πρέπει να κάνει είναι να επενδύσει ένα μικρό τμήμα από τα χρήματα αυτά στα ίδια του τα παιδιά, με έναν πολύ πιο υγιή τρόπο. Βοηθώντας τα όχι να παπαγαλίσουν αλλά να πραγματώσουν τη δημιουργικότητά τους και να κάνουν πράξη την οικονομία της συνεργασίας και της δημιουργικότητας. 

Ιδιωτική Χρηματοδότηση Νεοφυών Επιχειρήσεων: Από το Συναίσθημα στη Λογική

Αναδημοσίευση από το Euro2day.gr

Το τελευταίο διάστημα γινόμαστε μάρτυρες όλο και περισσοτέρων περιπτώσεων που επιχειρήσεις ή και ιδιώτες παίρνουν διάφορες πρωτοβουλίες ενίσχυσης νεοφυών επιχειρήσεων, είτε μέσω της χρηματοδότησής τους, ή με προγράμματα εκπαίδευσης και  μεταφοράς τεχνογνωσίας ή ακόμα και με συνδυασμό των παραπάνω μεθόδων. Εκ πρώτης όψεως είναι μια αναμφίβολα θετική εξέλιξη.

Ψάχνοντας λίγο παραπάνω τις συγκεκριμένες περιπτώσεις όμως με έκπληξη θα διαπιστώσει κανείς πως κινητήρια δύναμη, ο λόγος ύπαρξης, των παραπάνω πρωτοβουλιών δεν είναι άλλος από την «προσφορά στην κοινωνία», ετούτη ιδιαίτερα τη δύσκολη στιγμή που περνά η χώρα μας. Πηγή λοιπόν των σχετικών χρηματοδοτήσεων είναι οι προϋπολογισμοί εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και προσωπικά ή εταιρικά κονδύλια που υπό κανονικές συνθήκες θα κατευθύνονταν σε αγαθοεργίες.

Για να το πούμε απλά, τα χρήματα που σήμερα πάνε στα startups προορίζονταν για το «Χαμόγελο του Παιδιού», το «Ίδρυμα Ελπίδα» ή ίσως κάποιον οργανισμό της Εκκλησίας. «Υπάρχει κάτι κακό σε αυτό;», δίκαια θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης. «Ναι, υπάρχει» αποκρίνομαι με παρρησία. Αφενός, πράγμα καθόλου ασήμαντα, τα ιδρύματα που ανέφερα και πολλά, πολλά ακόμα έχουν μεγάλη ανάγκη των χρημάτων αυτών, ειδικά στις συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης που συναντά κανείς στην Ελλάδα του 2013. Αφετέρου και κατά μείζονα λόγο αποτελεί πρόβλημα μεγίστης σημασίας ότι τα κεφάλαια αυτά νοούνται ως «έξοδα» για όσους τα προσφέρουν και όχι σαν «επενδύσεις». Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες που ακολουθώντας τη λογική της αγαθοεργίας ενισχύουν τα startups, δεν περιμένουν στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο από λίγη (ή περισσότερη) «καλή δημοσιότητα».  Δυστυχώς όμως το γεγονός αυτό καθιστά το εγχείρημα από την αρχή θνησιγενές και αποτυχημένο.

Εξηγούμαι: Όπως μπορεί να δει κανείς σε ένα εξαιρετικά δημοφιλές ενημερωτικό video που δημοσίευσε το «EBANThe European Trade Association for Business Angels, Seed Funds and other Early Stage Market Playerswww.eban.org»  [μπορείτε να το δείτε εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=1b8YLBFQy44] τα χρήματα είναι το λιγότερο
σημαντικό από όσα προσφέρει ένας επενδυτής πρώιμου σταδίου. Πολύ σημαντικότερα των χρημάτων είναι το δίκτυο επαφών, οι γνωριμίες, η διοικητική τεχνογνωσία και γενικότερα το ισχυρό ενδιαφέρον να «πάει καλά» η επιχείρηση στην οποία έχει επενδύσει τα χρήματά του. Είτε μας αρέσει όμως ή όχι, απαραίτητη προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι η επιλογή του επενδυτή να έχει γίνει με ορθολογικά και όχι με συναισθηματικά κριτήρια, καθότι στον κόσμο των επιχειρήσεων το συναίσθημα είναι με αναγκαίο, δεν είναι όμως – από μόνο του – ικανό.

Ο παράγοντας αυτός έχει ειδικά για την Ελλάδα μια πολύ μεγάλη σημασία σε σχέση με την κινητοποίηση της Διασποράς. Πράγματι, στην ελληνική Διασπορά μπορεί να βρει κανείς πολλούς, πολύ πετυχημένους επιχειρηματίες και επενδυτές. Είναι να απορεί κανείς που μέχρι σήμερα δεν έχουμε μεγάλο αριθμό επιτυχημένων συνεργιών μεταξύ επενδυτών πρώιμου σταδίου από τη Διασπορά και νεοφυών επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Ισχυρίζομαι ότι ένας βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η πρόταξη του συναισθηματικού κινήτρου («να βοηθήσουμε την Ελλάδα») από το ορθολογικό («να δημιουργήσουμε βιώσιμες επιχειρήσεις και να επιτύχουμε καλές αποδόσεις στα κεφάλαιά μας»).

Αφού λοιπόν καλωσορίσουμε ενθέρμως την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων για την ενίσχυση της νεοφυούς επιχειρηματικότητας, της μοναδικής μορφής επιχειρηματικότητας δηλαδή που μπορεί να δημιουργήσει μαζικά τις ποιοτικές θέσεις εργασίας που χρειάζεται η χώρα, θα πρέπει με τρόπο ξεκάθαρο να τονίσουμε πως τα χρήματα αυτά πρέπει να επενδύονται με καθαρά ορθολογικά κριτήρια ώστε να δημιουργηθούν βιώσιμες επιχειρήσεις και καλές αποδόσεις για τους επενδυτές – οι οποίοι θα φροντίσουν να προσφέρουν «smart money», με άλλα λόγια να βοηθούν τις επιχειρήσεις που επενδύουν με την εμπειρία και το δίκτυο επαφών τους όπως επίσης, φυσικά, και να είναι απαιτητικοί απέναντί τους.

Αν αντίθετα τα startups «καταναλώνουν» χρήματα που ορθά προορίζονταν για δράσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης και άμβλυνσης κοινωνικών ανισοτήτων, τότε η ζημιά θα είναι διπλή: Ούτε τα startups θα επιτύχουν, ούτε τα ιδρύματα τα έχουν τους απαραίτητους πόρους για να λειτουργήσουν.

Μια τελευταία παράμετρος που σίγουρα πρέπει να θιγεί είναι και η εξής: Όσο επιχειρήσεις και ιδιώτες δεν επενδύουν με ορθολογικά κριτήρια στα startups αφήνουν δυστυχώς «χώρο» στους γνωστούς-αγνώστους ειδικούς τους «ιδιωτικοδημοσίου τομέα», οι οποίοι έχουν νέο πεδίο δόξης λαμπρό στην «αξιοποίηση εθνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας». Είναι πραγματικά κρίμα υπό τις παρούσες συνθήκες στην Ελλάδα να καταφέρουμε να δημιουργήσουμε ένα νέο τομέα διαφθοράς και να έχουμε και στον τομέα των επενδύσεων στα startups τα αποτελέσματα που είχαμε σε πλήθος άλλων κλάδων.

Τι μπορεί να γίνει για να αποφευχθεί αυτό; Είναι απλό: Να λειτουργήσει η αγορά με ορθολογικά και όχι με συναισθηματικά κριτήρια. Όσο υπάρχουν πολλοί και σοβαροί άνθρωποι που ορθολογικά επενδύουν σε νεοφυείς επιχειρήσεις προσδοκώντας να αναπτύσσονται βιώσιμα και να επιτυγχάνουν καλές αποδόσεις στα κεφάλαιά τους, τόσο θα απομακρύνονται οι γνωστοί «αετονύχηδες».


*Ο Δημήτρης Τσίγκος είναι μέλος Δ.Σ. του EBAN – The EuropeanTrade Association for Business Angels, Seed Funds and other Early Stage MarketPlayers

Ως τη Νίκη, Πάντοτε, Μιχάλη Χαραλαμπίδη

Αγαπημένε Δάσκαλε Μιχάλη Χαραλαμπίδη, Ήταν Ιούνιος του 1996, διάβαζα μαθηματικά για τις πανελλήνιες εξετάσεις της επόμενης μέρας. Στιγμή ιερ...